Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Δεκεμβρίου 1, 2011

Ματωμένα Όνειρα (δ’ μερος)

-Κύριε!!!!!!! Σας παρακαλώ!! Μην ταράξετε τον ασθενή μου! Ασφάλεια!!! Επιτέλους!!! Εδώ!!!

-Βρε θα τον κάνω να μετανιώσει… πού είσαι βρε άτιμε; Νά ‘σαι!!! Σε βρήκα!!

-Άντρα μου λογικέψου!!!

Ήταν τα μόνα λόγια που ακουστήκανε ανάμεσά τους πριν την αμυδρή παύση…Τα πρώτα ήταν της γιατρού,τα αμέσως επόμενα του πεθερού και τα τελευταία την πεθεράς του. Εκείνος μπορεί να μη μίλησε βέβαια μα τα ‘χασε στην θέα των ματιών απέναντί του και απρόσμενα γι’ αυτόν μίλησε μόνο με το βλέμμα του. Μα δε μίλησαν μόνο τα δικά του μάτια αλλά και εκείνης. Το κακό ήταν όμως πως δεν συναντήθηκαν μόνο τα δικά τους βλέμματα αλλά και της πεθεράς του.

Σαν γυναίκα που είναι, μπόρεσε να νιώσει αμέσως τον μαγνητισμό στα βλέμματα και των δυό τους. Γυναικεία διαίσθηση……. δεν ξεγελιέται ποτέ…………..

Το κακό για την γιατρό του  ήταν πως και εκείνη είχε τη διαίσθηση πως όταν αυτός ο άντρας θα άνοιγε τα μάτια του και θα την κοιτούσε για πρώτη φορά  και ξέροντας ήδη απο τα στοιχεία του ότι είχε ανοιχτόχρωμα μάτια, ήταν σίγουρη πως θα ήτανε πολύ όμορφα μάτια. Μα σε καμία περίπτωση δεν περίμενε να τη μαγνητίσει τόσο πολύ αυτό το βλέμμα. Τόσο ώστε προς στιγμήν να χάσει τη λαλιά της.

Στον πόλεμο που ακολούθησε βέβαια, πέσανε βαριές κουβέντες και κατάρες φυσικά από τον πεθερό του μα….. Κανένας δεν περίμενε τέτοια έκρηξη και τέτοια αλλαγή συμπεριφοράς από την πεθερά του. Ακόμα και ο ίδιος ο πεθερός του σάστησε λίγο πρίν τον βγάλει η ασφάλεια έξω σηκωτό, την κοιτούσε και αυτός σαν χαμένος, δεν πίστευε στα αυτιά του πως αυτή η Λερναία Ύδρα που μεταμορφώθηκε μόλις η γυναίκα του, ήταν η ίδια που λίγο πρίν προσπαθούσε να τον συνετίσει. Σταμάτησε μόνο σαν ξέσπασε για τα καλά, βγάζοντας απο μέσα της όσα για χρόνια είχε καλά κρυμμένα. Τότε μόνο όταν μπόρεσε να κοιτάξει στα μάτια τον γαμπρό της και να δει τη ντροπή ζωγραφισμένη στα μάτια του με το μελάνι του πόνου και καμβά την νοσταλγία. Τότε σώπασε μονομιάς . Του μίλησε με ακόμα ένα βλέμμα και μόνο που μακάριζε τον εαυτό του να μη το΄χε συναντήσει ποτέ και σηκώθηκε και έφυγε δίχως να κοιτάξει πίσω της.

Τότε μείνανε για πρώτη φορά οι δυό τους και για αρκετή ώρα δε μιλούσε κανένας από τους δύο. Εκείνη προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τη… βορά του χαστουκιού…. που μόλις της είχε δώσει η ζωή.. και εκείνος, αδύναμος ακόμα, προσπαθούσε να ξεμπλεχτεί απο τα δίχτυα της δικής του ζωής.

Χαμένοι και οι δυο τους κοιτούσαν τους περαστικούς επισκέπτες, μιάς και η πόρτα του δωματίου του ακόμα είχε παραμείνει ορθάνοιχτη. Εκείνη μόλις τη στιγμή ξανακοιταχτήκανε. Μα  ναί… Δεν ήθελε κανένας απο τους δυο τους να πιστέψει αυτό που τους συνέβαινε. Δεν το χώραγε ο νούς τους. Πώς είναι δυνατόν να ερωτευτείς απο την πρώτη ματιά; Πώς είναι δυνατόν να μην έχεις καν ακούσει τη φωνή του άλλου και να νιώθεις ρίγος για εκείνον;  Αδύνατον και όμως συνέβαινε…

Τη σιωπή ανέλαβε να τη σπάσει εκείνος.

-Καλησπέρα σας, να με συγχωρείτε για όλα όσα είδατε, πάντως σας ευχαριστώ πολύ για την υπεράσπιση για πρίν. Σας ευχαριστώ πολύ!

-Καλησπέρα σας και εσάς, αλίμονο, θα το ΄κανα για κάθε ασθενή μου. Οπότε δεν υπάρχει λόγος να με ευχαριστείτε.

-Μάλιστα. Οπότε να υποθέσω πως σε σας οφείλω το ότι ακόμα είμαι ζωντανός. Ομολογώ πως σάστισα όταν σας είδα. Σας φανταζόμουν σαν άγγελο μα… δεν περίμενα με τίποτα να έχετε τη μορφή του.

-Παρακαλώ;;;;;;; Άγγελος;;;; Εγώ;;; Θα το προσπεράσω αυτό, για να σας πώ πως όχι μόνο σε μένα την οφείλετε αλλά και στον εαυτό σας. Κυρίως σ’αυτόν θά ΄λεγα. Προσπαθήσατε πολύ να μείνετε στην ζωή και τα καταφέρατε,μπράβο σας.

-Εσείς δεν κρατάγατε το μαχαίρι γιατρέ μου;; Άρα εσύ μου δώσες ζωή… στο χέρι σου ήταν όλα και παραμένουν…..

-Ώπα!!!  Και ενικός απότομος… και με φλερτάρετε αυτή την στιγμή ή κάνω λάθος;; Μη με κάνετε να μετανιώσω για την πράξη μου πρίν.

-Έχετε δίκιο… Μα μίλησε η καρδιά πρώτα και μετά ο νούς, μ’αυτήν εγώ δεν τα βάζω. Όσες φορές και άν τα ΄βαλα βγήκα χαμένος. Μα το ‘δα και στα μάτια σας. Πάντα λένε τα μάτια των ανθρώπων όταν ανταμωθούνε για πρώτη φορά μιλάνε και λένε όσα τα λόγια δεν μπορούν να πούν…

-Ααααααα!!!!! Σας..

-Σε παρακαλώ άφησέ με να τελειώσω και μετά κρίνε με. Πρίν απο λίγες στιγμές  έχασα ό,τι είχα λατρέψει περισσότερο στην ζωή μου. Μα όταν σε πρωτοείδα κάτι μέσα μου, κάτι, μ’ έκανε  να χαμογελάσω ξανά. Ξέρω πώς τώρα ακούγομαι παράλογος και επιπόλαιος. Μα ειλικρινά δεν είμαι. Έτσι και τότε με εκείνη, από την πρώτη στιγμή που την αντάμωσα ήξερα πως θα γινόταν η γυναίκα της ζωής μου. Έτσι και τώρα το ίδιο ένιωσα, με την ίδια δύναμη έγινε σκίρτημα καρδιάς και ανέβηκε στα χείλη μου για να σου πούν τα λόγια μου πώς ενώ  δεν ξέρω ακόμα το όνομά σου, κοίταξα βαθιά μες στην καρδιά σου. Δε θα σου πω άλλα λόγια γιατί μπορεί να μη σε ξανασυναντήσω ποτέ μου. Μπορεί ακόμα και να μη ζήσω, μα αν ζήσω, σου υπόσχομαι να γίνω φύλακας άγγελός σου.

-Μάλλον, ακόμα η επήρεια του ναρκωτικού δεν σας έχει περάσει μου φαίνεται…

-Αυτό το χαμόγελο το αυθόρμητο και μόνο μου είπε όλα όσα ήθελα να μάθω…

-Ομολογώ πως….. πώς να το πώ;

-Αληθινά..όπως βγαίνει απο την καρδία σου…

-Μμμμμ, ναί… η αλήθεια είναι πως αυτό το ένιωσα από την πρώτη στιγμή. Γι’ αυτό και έμεινα να σε ακούσω. Δεν ξέρω το γιατί μα από την αρχή νιώθω σαν να σε ξέρω χρόνια και ας σε έχω γνωρίσει λίγες στιγμές μόνο και ναί καλά είδες το πρώτο βλέμμα και ναί μου μίλησες καταμεσής στην καρδιά μου μέσα, άγγιξες απο την πρώτη στιγμή  κομμάτια της, που δεν έχει αγγίξει ποτέ κανείς μα….. πρός στιγμήν και μόνο μπόρεσα να ξεχάσω την μαραμένη μου ζωή.  Σ’ευχαριστώ και εγώ λοιπόν για αυτό.. άρα… πατσίσαμε…

-Κλαίς;;; όχι μην κλαίς!

-Ό,τι θέλω κάνω! και τώρα θα πρέπει να φύγω καλή σου ανάρρωση εύχομαι!

-Οχι!!!!!!!!! ΜΗ ΠΕΡΊΜΕΝΕ ΑΧ!

-Μη!!!! Τι κάνεις θα πέσεις! Είσαι τρελός;;;; Πρόσεχε, τί κάνεις;;; Πέφτεις! Νοσοκόμα;;; Τρέχα, ακολούθα με!!!!!

                       Συνεχίζεται…

Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Νοεμβρίου 28, 2011

Μικρές χαρές….

 

Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Νοεμβρίου 28, 2011

Ματώμενα Όνειρα (γ’ μέρος)

Ύστερα από ενάμιση χρόνο και με φανερά ακόμα τα σημάδια της σύγκρουσης επάνω στο κορμί του, είχε έρθει η ώρα επιτέλους να ξανανοίξει τα μάτια του ο Παναγιώτης.

Μα σαν πέρασε λίγη ώρα για να συνέλθει, να σκεφτεί και να συνειδητοποιήσει τί είχε συμβεί, μακάριζε το Θεό που τον άφησε να ζήσει μοναχός του και τότε ξέσπασε αμέσως σε κραυγές και κλάματα που όμοιά τους δεν είχαν ματαδεί στο νοσοκομείο. Σαν τον άκουσε η πεθερά του σάστησε κι αυτή στον ήχο του, μιας και ήταν εκεί την ώρα που ξύπνησε επιτέλους και ξέσπασε κι αυτή σε κλάματα μα… ήταν χαράς! Τον αγαπούσε τον γαμπρό της γιατί και εκείνος λάτρευε την κόρη της. Της είχε προσφέρει απλόχερα όλα όσα ο ίδιος ο άντρας της είχε απαξιώσει τόσα χρόνια….

ΑΓΑΠΗ… ΦΡΟΝΤΙΔΑ… ΕΝΝΟΙΑ… ΛΑΧΤΑΡΑ… ΣΕΒΑΣΜΟ… ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ… ΠΑΘΟΣ… ΕΛΠΙΔΑ…

Έτρεξε λοιπόν γρήγορα να τον αγκαλιάσει σαν να ήταν δικό της παιδί και όχι γαμπρός της. Ποτέ της δεν τον ξεχώρισε από παιδί της,  ίσα και όμοια τους αντιμετώπιζε μια ζωη. Άγια γυναίκα η κυρα Μαριγώ, ποτέ της δεν είχε πεί ένα όχι. Ποτέ!!! Ό,τι ζητούσε ο άντρας της, αμέσως, πριν προλάβει να το πεί, είχε κιόλας γίνει. Μακάρι να γνώριζε ο κυρ Κωνσταντής τί θησαυρό είχε δίπλα του. Είχε γίνει δύστροπος τελευταία και μέρα με τη μέρα όσο έβλεπε πώς έχανε την κόρη του για την αγκαλιά ενός άλλου άντρα δεν μπορούσε να το χωνέψει. Δεν μπορούσε να διακρίνει την ευτυχία στα μάτια της κορούλας του, εν αντιθέσει με τη μητέρα της, που έλαμπε από χαρά κάθε φορά που αντίκρυζε την κόρη της. Αυτές οι δυο γυναίκες είχαν έναν περίεργο κώδικα επικοινωνίας,  μιλούσανε με τα μάτια η μια στην άλλη, αυτό και μόνο έφτανε.

Μα σαν έτρεξε κοντά στο γαμπρό της, μέσα στη χαρά της που σώθηκε το ένα παιδί της, πήρε περιχαρής τον άντρα της να του πεί τα ευχάριστα νέα… Πού να φανταζότανε τι θα γινότανε στις αμέσως επόμενες στιγμές… απλά έτρεξε κοντά του.

-Αγόρι μου, επιτέλους παιδί μου!!!!

-Είσαι καλά επιτέλους!!! Δόξα τω Θεώ παιδάκι μου.

-Μητέρα…. την έχασα… την έχασα!!!!!!!!!!

-Σώπα αγόρι μου, όλοι πονάμε, για όλους μας ήταν πολύ δύσκολος ο καιρός που πέρασε…. Ηρέμησε παιδί μου. Με το να φωνάζεις δε θα την φέρεις πίσω μάτια μου. Άκου τα λόγια μου, μάνα είμαι, μα δεν τελειώνει εδώ η ζωή παιδί μου. Μακάρι τότε να είχα βρεί το θάρρος και να μιλούσα και εγώ στον πατέρα της, μα δεν του ‘χω αντιμηλήσει ποτέ παιδάκι μου. Μακάρι να μην είχατε μαλώσει και να μην είχατε φύγει ποτέ παιδί μου. Μακάρι… Μα η μοίρα το θέλησε αλλιώς παιδί μου. Ζήλευε η ρουφιάνα την αγάπη σας…… Ααααχχχχχ…..!!!

-Την έχασα μάνα, την έχασα.. Μακάρι ο Θεός να ‘χε πάρει εμένα αντί για κείνη…

-Σώπα παιδί μου και μη λές τέτοια λόγια. Είναι βαριά. Σώπα και θα το ξεπεράσεις. Ξέρω πως την κόρη μου την αγάπησες σα Θεό σου, το ξέρω! Και πως δε θα την ξεχάσεις ποτέ όσα χρόνια και αν περάσουνε. Μα ο χρόνος γιέ μου είναι γιατρός…………

-Άχ βρε μάνα να ‘ξερες πόσο μου λείπει… Θεέ μου, κάνε κάτι, φέρτην μου πίσω, είσαι άδικος!!!! Κάνε κάτι αλλιώς θα κατέβω στον Άδη και θα τη φέρω πίσω μόνος μου!!!!!

-Παιδί μου σύνελθε!!!! Παραλογίζεσαι!!!!!  Δε γυρίζει πίσω, ό,τι γράφει δεν ξεγράφει παιδί μου, δυστυχώς…

-Την αγαπάω!!!! Δεν τη θέλω δίχως αυτήν τη ζωή μάνα!!

-Ξέσπασε παιδί μου, ξέσπασε να ηρεμήσεις. Σε καταλαβαίνω. Να ‘ξερες πόσες φορές έκλαψε και παραλογίστηκε το ίδιο με σένα και ο πατέρας της. Τη λάτρευε ο καημένος. Σαν σύζυγος μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος του κόσμου, μα σαν πατέρας ήταν απ’ τους καλύτερους…

Εκείνη μόλις τη στιγμή ο κυρ Κωνσταντής διάβαινε για πρώτη φορά την πόρτα του νοσοκομείου. Τόσο καιρό δεν είχε τολμήσει καν! να πάει να τον δεί. Είχε τόσο μένος, τόσο μίσος απέναντί του που τώρα που ξύπνησε επιτέλους, θα τον έκανε με κάθε τρόπο να πληρώσει για την κόρη του. Η μητέρα της το ήξερε,όπως όλα, μα ήλπιζε, θεωρούσε πως ο άντρας της θα είχε μαλακώσει μιας και τελυταία δεν το συζητούσε το θέμα. Πού να ήξερε η καημένη….

Αλλόφρων όρμησε μέσα στο νοσοκομείο και έψαχνε να τον βρεί, ήθελε να τον αντικρύσει στα μάτια. Φώναζε…

-Πού είναι αυτός; Πού είναι ο φονιάς; Από μένα δε θα γλιτώσει…

-Θα μπορούσα να σας βοηθήσω κύριε;

Ήταν εκείνη που του είχε σώσει τη ζωή,  η γιατρός του. Καθότανε στο παράθυρο του νοσοκομειου λίγο μετά τη λήξη της βάρδιας της. Αγνάντευε τον κόσμο απο ψηλά. Κοίταζε τους περαστικούς που αγκαλιάζονταν όλο αγάπη και συμπόνοια. Έβλεπε τα παιδιά να τρέχουνε πέρα δώθε όλο χαρά, αγνοώντας τη δυστυχία που υπήρχε εκεί μέσα. Έβλεπε τον έρωτα μέσα απο τα μάτια μιας νεαρής μαθήτριας, που μόλις της είχε χαρίσει όλο τον κόσμο ο αγαπημένος της, μέσα σ’ ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο.Έβλεπε τη ζωή, μέσα από τη ζωή. Ήταν η αγαπημένη της ώρα της ημέρας, η ώρα της μοναξιάς της, από αυτήν είχε μπόλικη στη ζωή της. Άν και παντρεμένη ένιωθε πολύ μόνη. Ίσως τελικά δεν έπρεπε να είχε δεχτεί να κάνει ένα γάμο ”συμβόλαιο” με τον άντρα της τον Φάνη, προϊόν της εξασφάλισης  της  μητέρας της αλλά και του πατέρα της, καθώς τους βόλευε και τους δυο αυτός ο γάμος, τον καθένα για δικά του κριτήρια. Μα το μόνο κριτήριο θα ‘πρεπε να ‘ταν η ευτυχία της κόρης τους και όχι η εξασφάλιση της δουλειάς της, παντρεύοντάς την με τον διεθυντή του νοσοκομείου και γιο του φίλου του πατέρα της, του κυρίου Νικολάου.

-Τι ακριβώς θα θέλατε κύριε; Και χαμηλώστε σας παρακαλώ τον τόνο της φωνής σας…

-Εσύ ποιά είσαι που θα μου πείς πώς θα μιλάω;

-Ονομάζομαι Λωξάντρα Αλεξίου- Νικολάου και είμαι χειρούργος στο νοσοκομείο αυτό που εσείς δε σέβεστε και φωνάζετε. Εν πάσει περιπτώσει, πείτε μου τί ψάχνετε ακριβώς;

- Δε με νοιάζει πώς σας λένε, ψάχνω το φονιά της κόρης μου!!! Μόλις ξύπνησε μου είπαν και έκανε πολύ κακώς….

-Ηρεμήστε σας παρακαλώ, τί λόγια είναι αυτά; Πώς τον λένε τον ασθενή σας;

-Παναγιώτη Ανδρικάκη τον λένε τον άχρηστο!!

-Α, μάλιστα… ο κύριος που χειρούργησα και έσωσα τον προηγούμενο μήνα

-Εσύ ήσουν αυτή που τον έσωσε; Κακώς έκανες!!!!

-Τί λέτε κύριε; Πάτε καλα; Για συνέλθετε σας παρακαλώ, αλλιώς δε θα σας αφήσω να πάτε να τον δείτε. Και εσείς ποιός είστε για να ‘χουμε καλό ρώτημα;

-Ο πεθερός του!! Σκότωσε την κόρη μου! Θα τον τελειώσω!!!

-Σας παρακαλώ!!! Θα φωνάξω την ασφάλεια του νοσοκομείου!! Δε θα σας επιτρέψω να τον δείτε, η κατάστασή του είναι κρίσιμη ακόμα!!!

-Τι λες κυρά μου; Που δε θα τον δώ, θα τον δώ και θα τον κάνω να μετανιώσει που ξύπνησε!!!

-Όχι!!! Πάνω απ’ το πτώμα μου μόνο! Περάστε έξω κύριε!!!!!!!!! Νοσοκόμα; Κάλεσε σε παρακαλώ την ασφάλεια να έρθει στον τέταρτο όροφο τώρα αμέσως πες τους!!!!

-Μάλιστα κυρία Νικολάου! Ξύπνησε ο ασθενής σας στο 307, αν θέλετε να του ρίξετε μια ματιά πρίν φύγετε

-Ευχαριστώ…

-Μπα σε καλό σου και σένα σήμερα, θα ξεσπάσω πάνω σου! Αλλά προέχει αλλός!! στο 307!!!

Εκείνη την ώρα που έμπαιναν όλοι μαζι στο δωμάτιο, κανένας τους δεν ήταν έτοιμος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε… Τελικά η μοίρα των ανθρώπων, παίζει περίεργα παιχνίδια και είναι ικανή να ανατρέψει τα πάντα. Μα δεν ήξερε κανείς τους τι τους επιφύλασσε….

συνεχίζεται….

Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Νοεμβρίου 28, 2011

Λόγια Φίλων……

Λόγια που μένουν κάποιες στιγμές ,αν όχι όλες, βαθεία χαραγμένα μέσα στις καρδιές των ανθρώπων…

Εμένα μ’ αγγίξανε, ελπίζω και όποιον τα διαβάσει……

H αλήθεια!!!

Ενας άνθρωπος όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες χώρες του κόσμου, ήταν και στις χώρες του βορρά και στις χώρες του νότου και της δύσης χωρίς αποτέλεσμα.. Μια φορά όταν βρισκόταν σε …μια μικρή χώρα της ανατολής ένιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε θόρυβος, κάτι σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή που του φάνηκε ότι ανήκε στη γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά που βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.. Εκείνη σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει. – Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος. – Τη βρήκες, του είπε η γριά. – Εσύ είσαι η Αλήθεια; – Ναι. – Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος; Εκείνη του έδωσε αποδείξεις: ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. Ο άνθρωπος ήταν αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία: – Είσαι τόσο άσχημη, ποτέ δεν συνάντησα τίποτα πιο τρομερό από ‘σένα. Όμως όλοι θέλουν να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω; – Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία και όλοι θα σε πιστέψουν…!!!

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΜΑ
Ο Ήλιος δύει ρίχνοντας το ξέφτισμα των χρωμάτων του όπως ένα κύμα εκτοξεύεται στην άμμο, το λαμπερό δέρμα του αγγίζει το δικό μου όπως τα κύματα που ξεβράστηκαν στην ακτή σε αργό ρυθμό.

Ο ήχος ενός βιολιού και τσέλο αναμειγνύεται με αυτόν των κυμάτων δημιουργώντας έναν άλλο ήχο κι έρχεται να προστεθεί ο ήχος ενός πιάνου καθώς ο ήλιος συνεχίζει να δύει και να ξεχύνει ροδοκόκκινο ,πορτοκαλί παντού στην παραλία, κάνοντας το νερό μαύρο καθώς μας παρασύρει το δροσερό αεράκι που μας χτυπά στην πλάτη βλέποντας τον ήλιο να συνεχίζει να δύει. Κρατώντας το χέρι του γέρνω το κεφάλι μου στον ώμο του παίρνοντας μιαν ανάσα από το άρωμα της κολόνιας του, με τα μάτια κλειστά και ό ήλιος να αστράφτει

Στο πρόσωπό μου. Άνοιξα τα μάτια μου αργά ο ήλιος τελικά βυθίστηκε στην θάλασσα

Με την τελευταία ανάσα του που κράτησε για μας. Έσφιξα την λαβή μου στο χέρι του κρατώντας τον κοντά μου καθώς ο ήλιος μας έκλεινε το μάτι από τον ορίζοντα και ένα φωτεινό πράσινο φώς ξεχύθηκε στην θέα καθώς κοίταξε με δέος. Έκανα μιαν ευχή κλείνοντας τα μάτια μου να συνεχίσει να παρακολουθεί, καθώς έκλεισε το μάτι του

Στην φαντασία μου και μας έστειλε μια άποψη του νυχτερινού ουρανού. Κοιτάζοντας μέχρι που ο αστερισμός του Σκορπιού εμφανίστηκε πάνω από το κεφάλι μας με μια αστραφτερή κόκκινη ουρά. Σφίγγω σιγά σιγά το χέρι του κοιτάζω προς τα πάνω το πρόσωπο του. Τα μάτια του παρακολουθούσαν τα δικά μου πίσω από τα γυαλιά του και χαμογελούσαν, τα μαύρα του γένια και τα απαλά του χείλη έδειχναν ένα σήμα έγκρισης όλου αυτού.

Το τραγούδι συνέχιζε να ακούγεται καθώς η νύχτα αποστράγγιζε της τελευταίες στιγμές της μέρας και όλο και περισσότερο αισθανόμουνα περισσότερα πράγματα. Ξαφνικά ενώ κοιτάζω προς τα πάνω και πάλι μια ερώτηση έπαυσε τελευταία στιγμή στο στόμα μου

Μερικά χιλιοστά από το δικό του. Φιληθήκαμε και ένα φως εξετράφη από τα άστρα και χιλιάδες πεφταστέρια ξεχύθηκαν από τον ουρανό με μια κλίση προς τα πίσω με άφησε κάτω απαλά καθώς η πλάτη μου κυλίστηκε στην άμμο και τα πόδια μου μπλέχτηκαν με τα δικά του. έκλεισε τα δάχτυλα του στα δικά μου και με φίλησε ξανά κάνοντας το ντους των πεφταστεριών ακόμη φωτεινότερο κάνοντας με να νοιώσω ευτυχισμένος περισσότερο από ποτέ άλλοτε.Ο ήχος των κυμάτων που έπεφταν στην άμμο κάλυπτε τον στεναγμό της απόλαυσης που περιείχε αστέρια που ποτέ δεν πεθαίνουν και μένουν για πάντα φωτεινά!

Μια μέρα τα συναισθήματα, έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Όλοι τότε την περιγελούσαν και της έλεγαν «εμείς πάντα το λέγαμε ότι μόνο η αγάπη δεν φτάνει».
Αγέρωχη, με ψηλά το κεφάλι, παρά τα δάκρυα που θόλωναν το βλέμμα της, βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μία λαμπρή θαλαμηγό και τον ρωτάει :
«Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος.
«Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία , που επίσης περνούσε από μπροστά της μ’ ένα εντυπωσιακό σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησε με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου», της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Ευδαιμονία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά κι αυτή δεν της έδωσε σημασία. Χαμένη στον γυάλινο κόσμο της ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
«Λύπη, άφησε με να έρθω μαζί σου»
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη, που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Το Μίσος έριχνε άγριες ματιές στην Αγάπη και η Ειρωνεία μισογελούσε και της μόρφαζε, ενώ συνέχιζαν να κάνουν βόλτες με μια γρήγορη θαλαμηγό, απολαμβάνοντας το θέαμα: το νησί βούλιαζε κι η αγάπη μόνη στ’ ακρογιάλι…

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
«Αγάπη, έλα εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου».
Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε.
Όταν έφτασαν ασφαλείς στην στεριά, ο κύριος την άφησε στο πανέμορφο «λιμανάκι της αγκάλης» και συνέχισε αργά και σίγουρα το δρόμο του.
Η Αγάπη ένοιωσε γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον άγνωστο αλλά ήταν τόση η ταραχή της, που ξέχασε να τον ρωτήσει το όνομά του.

Γνωρίζοντας πόσα του χρωστούσε, που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση :
« Γνώση, ποιος με βοήθησε;»
« Ο Χρόνος», της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
« Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Δεν άκουσες ποτέ τα λόγια μου…..
ίσως φταίω εγώ που στα ψιθύρισα!!!!!!
Δεν ήρθες ποτέ στα όνειρά μου….
ίσως φταίω εγώ που ξαγρύπνησα!!!!!
Δεν είδες ποτέ τα δάκρυα μου????
ίσως φταίω εγώ που τα έκρυψα…….
Στα μάτια μου όμως δε διάβασες τίποτα???????.

Καποτε ο γιος του φεγγαριου αγαπησε την κορη του ηλιου..
δεν μπορουσαν να βρεθουν ποτε γιατι ο ενας ζουσε στη νυχτα και ο αλλος στη μερα..
Η μοναδικη ωρα συναντησης τους ηταν η ωρα που ξημερωνε ..Η ΑΥΓΗ…
εκει μπορουσαν για λιγο να αγγιξει ο ενας τον αλλο…για λιγα λεπτα..μετα παλι χανονταν περιμενοντας την επομενη αυγη…
Αυτο ειναι αγαπη …η προσμονη ενος λεπτου ..το αγγιγμα μιας μοναδικης στιγμης που ομοια της δε θα υπαρχει ποτε……..ολα τα αλλα δεν εχουν σημασια……..

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ..

Ετρεχε ανέμελα στοαπέραντο λιβάδι της αγάπης…
λουλούδια άνθιζαν γύρω της..
κάθε φορά που η σκέψη της ταξίδευε κοντά του..
Ο αέρας γέμιζε νότες και μουσικές..
έτσι ακουγόταν κάθε του λέξη στ’αυτιά της..
Το φεγγάρι τις νύχτες υποκλινόταν στο μεγαλείο της αγάπης..
τ’αστέρια γέμιζαν με χρυσόσκονη τη νύχτα κι όλα ήταν μαγικά..
Ποιήματα ρομαντικά απήγειλλαν οι μούσες…
κι οι δυό τους χορεύανε χορούς αγάπης πάνω σε βελούδινα ροδοπέταλα..
ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ…ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ…
Όμως μια μικρή νεραιδούλα βλέποντας την ομορφιά που βγάζει η αγάπη
ψιχάλες ζήλειας άγγιξαν τα μαγικά φτερά της..το πρόσωπό της έσφιξε..
το χαμόγελό της χάθηκε..
”θέλω κι εγώ να χορέψω κάτω από το φέγγαρι με αυτό το παλληκάρι”
”αφού εγώ του’δωσα χάρες να’χει στο χορό..και κάποτε χόρευε μόνο μαζί μου”
Ακουσε η κοπέλλα το μονόλογο της νεραιδούλας και της ψιθύρισε:
Εσένα πάντα δικός σου θα είναι ..ΦΙΛΙΑΣ ΑΓΑΠΗ σου πρόσφερε πολύτιμη..
φτερά να’χεις στη νεραιδένια σου τη ράχη..
ώρες σου χάρισε ΠΑΡΕΑ ΑΛΗΘΙΝΗ…μοναξιά να μη νιώθεις..
Μη ζηλεύεις νεραιδένια μου…
Εγώ μονο στου ονείρου το παραμύθι τον συναντώ..
και τις στιγμές ρουφάω..να μου κρατούν συντροφιά,τις απέραντες ώρες μοναξιάς..
έιπε κι έφυγε η κοπέλλα να συνεχίσει να χορεύει με τον καλό της..
Δεν ξέρω αν η νεραιδούλα κατάλαβε..
πως αυτή απολάμβανε ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ…με όμορφες στιγμες ευτυχίας..
και η κοπέλλα ζούσε ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ..ΜΕ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΤΟΝ ΠΟΝΟ..!!

Αν αγαπάς κάποιοιον τον αφήνεις να ζήσει όπως θέλει…
Είτε μαζί σου είτε χώρια σου… Το μόνο που έχει σημασία είναι να είναι ευτυχισμένος… όπου κι αν είναι με όποιον κι αν είναι…
Μη δακρύσεις όταν κάποιος που αγαπάς φύγει με τη θέληση του… Να δακρύσεις όταν μένει μαζί σου και ξέρεις πως είναι δυστυχισμένος…
Άστον να φύγει.. Αν γυρίσει είναι δικός σου.. Αν όχι δεν ήταν ΠΟΤΈ….
Άν αγαπάς κάποιον τον δέχεσαι έτσι όπως είναι.. Με τα καλά και τα άσχημα… δεν προσπαθείς να τον αλλάξεις.. γιατί το μόνο που καταφέρνεις είναι να τον διώξεις…
Η αγάπη δεν περιγράφεται με λόγια… αλλά με πράξεις…
Αγάπη… μια τόσο μικρή λέξη… μα και τόσο μεγάλη…
Τα λόγια είναι περιττά για την περιγραφή της αγάπης….
Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑ..!!!

Δεν αγοράζεται η αγάπη!
Ένας αγρότης κάποτε πουλούσε κουταβάκια..
Έφτιαξε μια πινακίδα κι όπως έβαζε το τελευταίο καρφί αισθάνθηκε κάποιον να του τραβά το μανίκι…
Γύρισε και είδε ένα μικρό αγόρι. “Κύριε, θέλω να αγοράσω ένα κουταβάκι.” Είπε το αγόρι. Ο αγρότης σκέφτηκε λίγο και απάντησε. “Ξέρεις, αυτά τα κουταβάκια είναι απο πολύ σπουδαίους γονείς και στοιχίζουν πολλά χρήματα.
Το αγόρι χαμήλωσε το κεφάλι για ένα λεπτό. Μετά έβγαλε απο την τσέπη του μερικά κέρματα, τα έδωσε στον αγρότη και ρώτησε:”Έχω αυτά τα χρήματα, φτάνουν για να πάρω το κουταβάκια;” Ο αγρότης δε μίλησε. Ξαφνικά το αγόρι είδε μια γούνινη μπαλίτσα να έρχεται μπρος το μέρος τους ακολουθώντας με μεγάλη δυσκολία τα άλλα κουταβάκια που ήταν πιο μπροστά απ’αυτό. Σέρνονταν και αγωνίζονταν για να τα φτάσει. “Αυτό θέλω.” Είπε το αγόρι…
“Μα δε μπορείς να το πάρεις αυτό” Είπε ο αγρότης.”Δε θα μπορέσει ποτέ να τρέξει και να παίξει όπως τα άλλα κουταβάκια δεν το βλέπεις;;;
” Το αγόρι έσκυψε και σήκωσε το μπατζάκι του παντελονιού του αποκαλύπτοντας δυο ατσάλινες λάμες να συγκρατούν το πόδι του και να καταλήγουν σ’ένα ειδικό παπούτσι. “Βλέπετε κύριε, ούτε κι εγώ μπορώ να τρέξω καλά και θα χρειαστεί στη ζωή του κάποιον να τον καταλαβαίνει.
” Ο αγρότης τότε με δάκρυα στα μάτια έσκυψε, πήρε το κουτάβι και το απόθεσε στην αγκαλιά του αγοριού…
“Πόσο κάνει;” Ρώτησε ο μικρός….
“Τίποτα δεν κάνει” Είπε ο αγρότης.
“Η ΑΓΑΠΗ ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΟΥ”……♥

Αγάπη θα πει να σε νοιάζει μονάχα η ευτυχία του άλλου! Και τότε μπορεί να δώσεις και τη ζωή σου για κείνον! Βάζεις το κορμί το δικό σου μπροστά του, για να χτυπήσει εσένα εκείνο το άσπρο αμάξι! Παίρνεις το τσιγάρο από τα χείλη του και το πετάς μακριά, τόσο που να μην μπορεί να τον βλάψει! Και όταν είναι τρομαγμένος, τον κρύβεις στην αγκαλιά σου, του χαϊδεύεις τα μαλλιά και τον κρατάς σφιχτά από το χέρι σαν να είναι το μικρό παιδί που πρέπει να προστατεύσεις! Και όταν εκείνος γελά, εσένα τίποτα δεν μπορεί να σε πληγώσει! Η ευτυχία του είναι η ελπίδα και η ζωή! Τότε όλα μοιάζουν σαν έναν ήλιο που μόλις ανέτειλε, σαν ένα μωρό που γελά όταν ακούει να του ψιθυρίζουν «Σ’ αγαπώ»!!

Παλαιότερα άρθρα »

Κατηγορίες

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.