Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Δεκεμβρίου 7, 2012

Τα δάκρυα ενός αγγέλου… (Α’ μέρος)

sun windowΈνα πρωινό ηλιόλουστο, αντίθετο με το προηγούμενο βράδυ, που ακόμα οι βροντές από την μανιώδη βροχή, που έπεφτε ακατάπαυστα  και είχε κλείσει κάθε σκέψη, μαζί με την ομορφιά του ήλιου, μακριά από τις καρδιές τον ανθρώπων και τις κρατούσε και αυτές παγωμένες. Εκείνο το πρωινό λοιπόν, η ξανθομαλλούσα Αυγή, χάραξε το ποιο γλυκό χαμόγελο στα χείλη της, σαν είδε από το παράθυρο της να λαμπυρίζουν δυο σταγόνες βροχής, στο βρεγμένο ακόμα χώμα και να παιχνιδίζουν μ΄ όλα τα χρώματα της ίριδας, σαν ξημέρωναν γλυκά οι πρώτες αχτίδες του φρεσκοβαμμένου ήλιου.

Αλήθεια… όποιος έβλεπε εκείνη την στιγμή την εικόνα της, δυσκολευόταν να καταλάβει ποιο ήταν ποιο όμορφο από τα δυο.Το χαμόγελο ή οι στάλες; Ένας συνωμότης γλυκός κελαηδισμός, από το καναρίνι του γείτονα της, ο οποίος μόλις είχε ξεκινήσει σαν την είδε να ξεπροβάλει από το παράθυρο της, μαρτυρούσε για το πρώτο. Δεν τον είχε δει ποτέ της αλήθεια και πάντα αναρωτιόταν ποιος άραγε να έμενε εκεί;

Συνέχισε να είναι το ίδιο ευδιάθετη σαν κάτι να της έλεγε, πώς τη σημερινή μέρα θα γινόταν κάτι σημαντικό. Μα δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή, συνέχισε ανέμελη να φτιάχνει τον καφέ της στην χόβολη, καθώς έβλεπε τον ήλιο πλέον να ξεπροβάλει τρανός και να της ζεσταίνει τα κοκάλα, μαζί με την ψυχή. Γύρισε και τον κοίταξε σαν να θελε να τον ρωτήσει αν έπρεπε να ελπίζει. Μα  ο φόβος της καρδιάς της, δεν της άφηνε περιθώρια στην σκέψη, ώστε να παραδώσει τα κλειδιά της και να ανοίξει στην ελπίδα. Έτσι αρκέστηκε στο να χαμηλώσει το βλέμμα και να πάψει να αναρωτιέται, στριφογυρίζοντας αμήχανα το κουταλάκι στον καφέ της, που ήταν ήδη έτοιμος. Τον έβαλε αργά, σε μια όμορφη επίχρυση πορσελάνινη φλυτζάνα και αρκέστηκε στο να χαθεί στο υπέροχο άρωμα του, σαν έφτανε στα χείλη της, λίγο πριν νιώσει την ζεστασιά του, παρέα μ΄ ένα τσιγάρο το ποιο γλυκό και ξένοιαστο της μέρας. Κάθε φορά που έδιωχνε τον καπνό μακριά άθελα της έδιωχνε κ τις σκέψεις της μαζί.

Δεν ήθελε πολλά μα είχε πάρει ακόμα λιγότερα από την ζωή της. Μια ζωή γεμάτη πληγές σκέφτηκε, καθώς άθελα της κοίταξε το ράγισμα επάνω στο φλιτζάνι. Βρίσκονταν από την άλλη πλευρά από εκεί όπου έπινε εκείνη, όπως κάθε φορά.  Μα αν δεν γινόταν χίλια κομμάτια, δε θα την πέταγε ποτέ. Ήταν δεμένη μ΄ αυτήν την φλυτζάνα. Ήταν της γιαγιάς της. Εκεί της κέρασε καφέ για πρώτη φορά, όταν ήταν ακόμα κοπελίτσα. Θυμάται ακόμα, πώς της έπλεκε κοτσίδες τα μαλλιά της σαν ήταν παιδί και γκρίνιαζε, γιατί ποτέ της δεν της άρεσαν οι κοτσίδες. Ήθελε να είναι ανέμελη πάντα, μα δεν χάλαγε ποτέ το χατίρι στην γιαγιά της. Της είχε αδυναμία πάντα και ας μην είχαν το ίδιο όνομα. Θυμάται τους ομηρικούς καυγάδες που έδινε κάθε φορά με την μητέρα της, παίρνοντας το μέρος της γιαγιάς της. Εκείνη σαν ποιο παλιά γυναίκα, δεν της χάλαγε το χατίρι και εκείνη με το ίδιο όμορφο χαμόγελο σαν και τώρα. Συνέχιζε να της κοιτάζει, με τα μικρά αστεράκια της, που ξεχειλίζανε από αγάπη.

Η μητέρα της, κατανοώντας το δέσιμο μεταξύ τους την έπιανε ένα γλυκό, μυρωδάτο παράπονο. Μα έφευγε γρήγορα από την σκέψη της, σαν σύννεφο πρωινό, λίγο πριν γλυκάνει η αυγή. Έτσι έλεγαν την μονάκριβη κόρη της. Αναρωτιόταν πάντα, γιατί ποτέ της δεν μπόρεσε να κάνει άλλο παιδί. Ποια σκλάβα μοίρα της είχε χτυπήσει την πόρτα, με το ποιο άσχημο τρόπο και δεν την ρώτησε καν αν ήθελε να της ανοίξει να μπει; Τα λάτρευε τα παιδιά, μπορούσε να δώσει τα πάντα ακόμα και την ζωή της την ίδια, για να μπορούσε να ξαναγεννήσει. Οι γιατροί όμως ήταν απόλυτοι στην απάντηση τους. Δεν θα μπορούσε να ξαναγίνει μάνα ποτέ….

Ο ήχος του κουδουνίσματος του τηλεφώνου της Αυγής, μόλις διέκοψε αυτές τις γλυκόπικρες θυμισιές και την επανέφερε στην πραγματικότητα. Άφησε με ευλάβεια το φλιτζάνι στο τραπέζι. Με πολύ προσοχή και απάντησε.

– Παρακαλώ;

– Η Χρυσάνθη είμαι!

– Αχ Χρυσάνθη μου!  χαθήκαμε τι  κάνεις;

– Καλά είμαι φιλενάδα μου, τώρα καλά. Εσύ τα νέα σου; Όλα καλά;

– Καλά και εγώ.

– Μπράβο! πολύ χαίρομαι που σε άφησε ανεπηρέαστη ο χρόνος της μητέρας σου. Είχατε κόσμο; Χίλια συγνώμη φιλενάδα δεν μπόρεσα να έρθω. Αλλά έπρεπε οπωσδήποτε να παραβρεθώ στον γάμο του Κωστή από το χωριό. Είχαμε μεγαλώσει μαζί από παιδιά και καταλαβαίνεις…

– Αχ βρε Χρυσάνθη μου! Όπως πάντα να τρέχεις για όλους μας και να μας σκέφτεσαι όλους, Είχαμε κόσμο ναι, αλλά όχι όπως στην κηδεία της και λογικό αλλά ξέρεις, άντε μάζεψε την γιαγιά μου!!

– Ναι φιλενάδα μου, ναι ξέρω, καταλαβαίνω. Λοιπόν άστα αυτά τώρα και ετοιμάσου! Θα περάσω σε λίγο να σε πάρω να πάμε για καφέ να τα πούμε από κοντά. Σε πεθύμησα!

– Και εγώ σε πεθύμησα φιλενάδα. Μα να σου πω την αμαρτία μου βαριέμαι τώρα να ντυθώ και εξάλλου έχω να προβάρω κάποια τραγούδια, που προσπαθώ να βγάλω εδώ και μέρες. Για να τα τραγουδήσουν τα παιδία, στην σχολική γιορτή που έχουν σε δέκα μέρες.

– Α!!!! όλα και όλα φιλενάδα θα μαλώσουμε! Γύρισα στην Αθήνα από χτες και όλο αναβάλεις να βρεθούμε. Τι έγινε; Σε πείραξε κάτι από μένα; Αν είναι θέλω να το ξέρω, εμείς οι δυο πάντα μιλάγαμε με αλήθειες.

– αχ! Όχι πεισματάρα και εσύ σαν και εμένα. Όχι δεν έχω τίποτα με εσένα. Με εμένα τα έχω, αλλά καλά για να μη νομίζεις πέρνα σε μισή ώρα να με πάρεις από το σπίτι εντάξει;

– Εντάξει έκλεισε και θα μου πεις από κοντά τι σε βασανίζει. Δε γλιτώνεις από εμένα τόσο εύκολα όπως ξέρεις είμαι πεισματάρα είπαμε!

– Χαχαχαχα, καλά τα λέμε!

– Χαχαχαχα, εντάξει σε μισή ώρα λοιπόν φιλιά!

0f001a29-5c4d-4813-891c-0593065fef47_1

Το νεόκτιστο καφέ που βρίσκονταν οι δυο φίλες μισή ώρα μετά, ήταν στους πρόποδες της Ακρόπολης και είχε μαγευτική θέα εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό όπως έλπιζαν. Οι δυο φίλες εκτός από τα όσα είχαν να διηγηθούν, έμελλε να συναντούσαν έναν άγνωστο γνωστό τους. Καθώς η Αυγή άκουγε υπομονετικά σχεδόν την φλυαρία της φιλενάδας της από το ταξίδι της στο χωριό, το βλέμμα της ασυναίσθητα άρχισε να ψάχνει τριγύρω για οτιδήποτε ποιο ενδιαφέρον από τα κουτσομπολιά της φιλενάδας της. Τότε λοιπόν, το βλέμμα της μαγνητίστηκε από έναν άντρα γύρω στα τριανταπέντε χρονών ελαφρός αξύριστος και αρκετά γοητευτικός , ο οποίος βρίσκονταν δυο τρία τραπέζια παραδίπλα τους.

Αυτό που της είχε κάνει εντύπωση ήταν οι στοίβες τσαλακωμένων χαρτιών δίπλα του ακριβώς. Καθώς επίσης κ ο τρόπος με τον οποίο έγραφε. Ακατάπαυστα με συνεχόμενη ροή στο χαρτί, δίχως να σηκώνει το κεφάλι του στιγμή,  λες και έπρεπε να προλάβει να παραδώσει σύντομα κάποιο διαγώνισμα στη σχολή του. Ό νους της ταξίδεψε πήγε πολύ πίσω στα δικά της εφηβικά χρόνια. Ώσπου εκεί συνειδητοποίησε, ότι  με κάποιον παρόμοιο τρόπο, είχε γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της , όπου  έμελλε να παντρευτεί λίγο αργότερα και επί είκοσι χρόνια ήταν μαζί. Έτσι και εκείνος τότε έγραφε συνεχόμενα στο χαρτί δίχως να σηκώνει κεφάλι. Το βλέμμα της συνέχισε ναι ‘ναι καρφωμένο  πάνω στον άγνωστο άντρα για ώρα και ο νους της συνέχιζε να ταξιδεύει εκεί το παρελθόν  με μια γλυκιά νότα μελαγχολίας. Πέρασε από όμορφα χρόνια, ήταν νέα  ανέμελη τότε, φτάνοντας και στο μετά. Στην πρώτη της εγκυμοσύνη  όπου απέκτησε το πρώτο της παιδί τον Νικόλα και καθώς ο νους της συνέχιζε να ταξιδεύει στην δεύτερη της εγκυμοσύνη. Την Μαργαρίτα της, όνομα και πράγμα. Αυτό το κορίτσι είχε κληρονομήσει όλες τις χάρες της μητέρας της. Μα κυρίως το ποιο μεγάλο δώρο που είχε κληρονομήσει, ήταν η ψυχή της…

Φρέσκια σαν λουλούδι, μα συνάμα; Πανέμορφη όπως ακριβώς και το λουλούδι  που είχε πάρει το όνομα της. Ποτέ κανένας άνθρωπος δεν το προσέχει παρά μόνο όταν θέλουνε να μάθουν για την αγάπη. Τότε μόνο όταν κάποιος θα ξεκινούσε να μαδήσει μια μαργαρίτα, κάνοντας ευχές μέσα του,  παρακαλώντας να τελειώσει η μαργαρίτα στο… Μ’ αγαπάει.. margaritaFlower

Ίσως το ποιο παρεξηγημένο, πανέμορφο λουλούδι που το θυμούνται μόνο όταν το έχουν ανάγκη. Μα σαν δε το ‘χουν ανάγκη το προσπερνάνε γοργά και όμως.. τους μιλάει για ότι σπουδαιότερο στην ζωή, την αγάπη. Έτσι για αυτόν ακριβώς τον λόγο η μητέρα της, ήθελε να την αλλάξει, όσο μπορούσε βέβαια, ώστε να μην δίνει απλόχερα την καρδιά της στους ανθρώπους δίχως να περιμένει για αντάλλαγμα, ακριβώς όπως έκανε και η ίδια στην ζωή της όταν ήταν νέα. Αθόρυβα και… Άοσμα… σαν την μαργαρίτα. Μάταια το προσπαθούσε όμως, ήξερε βαθιά μέσα της πώς η μικρή Μαργαρίτα της. Θα ακολουθούσε τον δρόμο της καρδιάς της στην ζωή, όπως ακριβώς είχε κάνει και η ίδια. Το γλυκό ταξίδι της στο μακρινό παρελθών διακόπηκε απότομα, από την έντονη πλέον φωνή της φιλενάδας της. Το βλέμμα της Χρυσάνθης ακολούθησε αυτό της φιλενάδας της και γύρισε και εκείνη και κοίταξε τον άντρα στο ποιο εκεί τραπέζι.

– Αυγή;!!!! Καλέ; Πού ταξιδεύεις τόση ώρα; Μάλιστα… σου γυάλισε το τεκνό φιλενάδα; Χαχαχα.

Τότε κατάφερε και η Αυγή να ξεκολλήσει το μυαλό της από το παρελθών και γυρνώντας πλέον στην φίλη της απάντησε.

 – Έλα Χρυσάνθη μου. Πάς καλά βρε φιλενάδα; Τόσα χρόνια δεν με ξέρεις; Τώρα θα με μάθεις; Υπήρχε ποτέ περίπτωση να κοιτάξω άλλον άντρα; ’όχι να κοιτάξω μάλλον να σκεφτώ καν να κοιτάξω;!!!

Χαχαχα όχι! Αυγή μου, ευτυχώς σε ξέρω αρκετά καλά ώστε να πω πως αλλαξοπίστησες τώρα στα σαράντα σου!!! Πατημένα!!! 

– Χαχαχαχα

– Χαχαχαχα

Γελάσανε δυνατά και οι δυο τους μα.. αμέσως μετά γυρνώντας το βλέμμα της πάλι σε εκείνον. Έγινε το αναπάντεχο. Την μαγνήτισε για πρώτη και πιθανών τελευταία φορά,  όπως ήλπιζε, το βλέμμα και εκείνου. Τι μάτια ήταν αυτά; Πανέμορφα; Θλιμμένα; Γελαστά; Ούτε και η ίδια μπορούσε να καταλάβει. Μα κυρίως δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που την έκανε να μην μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Μια ανεξήγητη έλξη προς αυτά της κρατούσε το βλέμμα εκεί, παρόλο που ξέροντας τον εαυτό της καλά έπρεπε ήδη! Να μην έχει ξανακοιτάξει καν εκεί!! Μα και εκείνος ένιωσε το ίδιο περίεργα κοιτώντας την κατάματα. Ένιωσε οικεία, γαλήνια, ζεστά. Ένιωθε σαν κάτι, κάποιος εκείνη την στιγμή να ένωνε τα βλέμματα τους και τότε έγινε κάτι το αναπάντεχο για αυτόν όμως. Άρχισε να διαβάζει μέσα στα μάτια της και μέσα σε ελάχιστες στιγμές, κατάφερε να καταλάβει τόσα, όσα  η ίδια η φίλη της που στεκόταν δίπλα της δεν είχε νιώσει ποτέ τόσα χρόνια. Συνέχισε να διαβάζει λοιπόν μη θέλοντας να βρει ποτέ το..   τέλος

Συνεχίζεται….

Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Δεκεμβρίου 1, 2011

Ματωμένα Όνειρα (δ’ μερος)

-Κύριε!!!!!!! Σας παρακαλώ!! Μην ταράξετε τον ασθενή μου! Ασφάλεια!!! Επιτέλους!!! Εδώ!!!

-Βρε θα τον κάνω να μετανιώσει… πού είσαι βρε άτιμε; Νά ‘σαι!!! Σε βρήκα!!

Άντρα μου λογικέψου!!!

Ήταν τα μόνα λόγια που ακουστήκανε ανάμεσά τους πριν την αμυδρή παύση…Τα πρώτα ήταν της γιατρού,τα αμέσως επόμενα του πεθερού και τα τελευταία την πεθεράς του. Εκείνος μπορεί να μη μίλησε βέβαια μα τα ‘χασε στην θέα των ματιών απέναντί του και απρόσμενα γι’ αυτόν μίλησε μόνο με το βλέμμα του. Μα δε μίλησαν μόνο τα δικά του μάτια αλλά και εκείνης. Το κακό ήταν όμως πως δεν συναντήθηκαν μόνο τα δικά τους βλέμματα αλλά και της πεθεράς του.

Σαν γυναίκα που είναι, μπόρεσε να νιώσει αμέσως τον μαγνητισμό στα βλέμματα και των δυό τους. Γυναικεία διαίσθηση……. δεν ξεγελιέται ποτέ…………..

Το κακό για την γιατρό του  ήταν πως και εκείνη είχε τη διαίσθηση πως όταν αυτός ο άντρας θα άνοιγε τα μάτια του και θα την κοιτούσε για πρώτη φορά  και ξέροντας ήδη απο τα στοιχεία του ότι είχε ανοιχτόχρωμα μάτια, ήταν σίγουρη πως θα ήτανε πολύ όμορφα μάτια. Μα σε καμία περίπτωση δεν περίμενε να τη μαγνητίσει τόσο πολύ αυτό το βλέμμα. Τόσο ώστε προς στιγμήν να χάσει τη λαλιά της.

Στον πόλεμο που ακολούθησε βέβαια, πέσανε βαριές κουβέντες και κατάρες φυσικά από τον πεθερό του μα….. Κανένας δεν περίμενε τέτοια έκρηξη και τέτοια αλλαγή συμπεριφοράς από την πεθερά του. Ακόμα και ο ίδιος ο πεθερός του σάστησε λίγο πρίν τον βγάλει η ασφάλεια έξω σηκωτό, την κοιτούσε και αυτός σαν χαμένος, δεν πίστευε στα αυτιά του πως αυτή η Λερναία Ύδρα που μεταμορφώθηκε μόλις η γυναίκα του, ήταν η ίδια που λίγο πρίν προσπαθούσε να τον συνετίσει. Σταμάτησε μόνο σαν ξέσπασε για τα καλά, βγάζοντας απο μέσα της όσα για χρόνια είχε καλά κρυμμένα. Τότε μόνο όταν μπόρεσε να κοιτάξει στα μάτια τον γαμπρό της και να δει τη ντροπή ζωγραφισμένη στα μάτια του με το μελάνι του πόνου και καμβά την νοσταλγία. Τότε σώπασε μονομιάς . Του μίλησε με ακόμα ένα βλέμμα και μόνο που μακάριζε τον εαυτό του να μη το΄χε συναντήσει ποτέ και σηκώθηκε και έφυγε δίχως να κοιτάξει πίσω της.

Τότε μείνανε για πρώτη φορά οι δυό τους και για αρκετή ώρα δε μιλούσε κανένας από τους δύο. Εκείνη προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τη… βορά του χαστουκιού…. που μόλις της είχε δώσει η ζωή.. και εκείνος, αδύναμος ακόμα, προσπαθούσε να ξεμπλεχτεί απο τα δίχτυα της δικής του ζωής.

Χαμένοι και οι δυο τους κοιτούσαν τους περαστικούς επισκέπτες, μιάς και η πόρτα του δωματίου του ακόμα είχε παραμείνει ορθάνοιχτη. Εκείνη μόλις τη στιγμή ξανακοιταχτήκανε. Μα  ναί… Δεν ήθελε κανένας απο τους δυο τους να πιστέψει αυτό που τους συνέβαινε. Δεν το χώραγε ο νούς τους. Πώς είναι δυνατόν να ερωτευτείς απο την πρώτη ματιά; Πώς είναι δυνατόν να μην έχεις καν ακούσει τη φωνή του άλλου και να νιώθεις ρίγος για εκείνον;  Αδύνατον και όμως συνέβαινε…

Τη σιωπή ανέλαβε να τη σπάσει εκείνος.

-Καλησπέρα σας, να με συγχωρείτε για όλα όσα είδατε, πάντως σας ευχαριστώ πολύ για την υπεράσπιση για πρίν. Σας ευχαριστώ πολύ!

Καλησπέρα σας και εσάς, αλίμονο, θα το ΄κανα για κάθε ασθενή μου. Οπότε δεν υπάρχει λόγος να με ευχαριστείτε.

-Μάλιστα. Οπότε να υποθέσω πως σε σας οφείλω το ότι ακόμα είμαι ζωντανός. Ομολογώ πως σάστισα όταν σας είδα. Σας φανταζόμουν σαν άγγελο μα… δεν περίμενα με τίποτα να έχετε τη μορφή του.

-Παρακαλώ;;;;;;; Άγγελος;;;; Εγώ;;; Θα το προσπεράσω αυτό, για να σας πώ πως όχι μόνο σε μένα την οφείλετε αλλά και στον εαυτό σας. Κυρίως σ’αυτόν θά ΄λεγα. Προσπαθήσατε πολύ να μείνετε στην ζωή και τα καταφέρατε,μπράβο σας.

-Εσείς δεν κρατάγατε το μαχαίρι γιατρέ μου;; Άρα εσύ μου δώσες ζωή… στο χέρι σου ήταν όλα και παραμένουν…..

-Ώπα!!!  Και ενικός απότομος… και με φλερτάρετε αυτή την στιγμή ή κάνω λάθος;; Μη με κάνετε να μετανιώσω για την πράξη μου πρίν.

-Έχετε δίκιο… Μα μίλησε η καρδιά πρώτα και μετά ο νούς, μ’αυτήν εγώ δεν τα βάζω. Όσες φορές και άν τα ΄βαλα βγήκα χαμένος. Μα το ‘δα και στα μάτια σας. Πάντα λένε τα μάτια των ανθρώπων όταν ανταμωθούνε για πρώτη φορά μιλάνε και λένε όσα τα λόγια δεν μπορούν να πούν…

-Ααααααα!!!!! Σας..

-Σε παρακαλώ άφησέ με να τελειώσω και μετά κρίνε με. Πρίν απο λίγες στιγμές  έχασα ό,τι είχα λατρέψει περισσότερο στην ζωή μου. Μα όταν σε πρωτοείδα κάτι μέσα μου, κάτι, μ’ έκανε  να χαμογελάσω ξανά. Ξέρω πώς τώρα ακούγομαι παράλογος και επιπόλαιος. Μα ειλικρινά δεν είμαι. Έτσι και τότε με εκείνη, από την πρώτη στιγμή που την αντάμωσα ήξερα πως θα γινόταν η γυναίκα της ζωής μου. Έτσι και τώρα το ίδιο ένιωσα, με την ίδια δύναμη έγινε σκίρτημα καρδιάς και ανέβηκε στα χείλη μου για να σου πούν τα λόγια μου πώς ενώ  δεν ξέρω ακόμα το όνομά σου, κοίταξα βαθιά μες στην καρδιά σου. Δε θα σου πω άλλα λόγια γιατί μπορεί να μη σε ξανασυναντήσω ποτέ μου. Μπορεί ακόμα και να μη ζήσω, μα αν ζήσω, σου υπόσχομαι να γίνω φύλακας άγγελός σου.

-Μάλλον, ακόμα η επήρεια του ναρκωτικού δεν σας έχει περάσει μου φαίνεται…

-Αυτό το χαμόγελο το αυθόρμητο και μόνο μου είπε όλα όσα ήθελα να μάθω…

-Ομολογώ πως….. πώς να το πώ;

Αληθινά..όπως βγαίνει απο την καρδία σου…

-Μμμμμ, ναί… η αλήθεια είναι πως αυτό το ένιωσα από την πρώτη στιγμή. Γι’ αυτό και έμεινα να σε ακούσω. Δεν ξέρω το γιατί μα από την αρχή νιώθω σαν να σε ξέρω χρόνια και ας σε έχω γνωρίσει λίγες στιγμές μόνο και ναί καλά είδες το πρώτο βλέμμα και ναί μου μίλησες καταμεσής στην καρδιά μου μέσα, άγγιξες απο την πρώτη στιγμή  κομμάτια της, που δεν έχει αγγίξει ποτέ κανείς μα….. πρός στιγμήν και μόνο μπόρεσα να ξεχάσω την μαραμένη μου ζωή.  Σ’ευχαριστώ και εγώ λοιπόν για αυτό.. άρα… πατσίσαμε…

-Κλαίς;;; όχι μην κλαίς!

-Ό,τι θέλω κάνω! και τώρα θα πρέπει να φύγω καλή σου ανάρρωση εύχομαι!

-Οχι!!!!!!!!! ΜΗ ΠΕΡΊΜΕΝΕ ΑΧ!

-Μη!!!! Τι κάνεις θα πέσεις! Είσαι τρελός;;;; Πρόσεχε, τί κάνεις;;; Πέφτεις! Νοσοκόμα;;; Τρέχα, ακολούθα με!!!!!

                       Συνεχίζεται…

Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Νοεμβρίου 28, 2011

Μικρές χαρές….

 

Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Νοεμβρίου 28, 2011

Ματώμενα Όνειρα (γ’ μέρος)

Ύστερα από ενάμιση χρόνο και με φανερά ακόμα τα σημάδια της σύγκρουσης επάνω στο κορμί του, είχε έρθει η ώρα επιτέλους να ξανανοίξει τα μάτια του ο Παναγιώτης.

Μα σαν πέρασε λίγη ώρα για να συνέλθει, να σκεφτεί και να συνειδητοποιήσει τί είχε συμβεί, μακάριζε το Θεό που τον άφησε να ζήσει μοναχός του και τότε ξέσπασε αμέσως σε κραυγές και κλάματα που όμοιά τους δεν είχαν ματαδεί στο νοσοκομείο. Σαν τον άκουσε η πεθερά του σάστησε κι αυτή στον ήχο του, μιας και ήταν εκεί την ώρα που ξύπνησε επιτέλους και ξέσπασε κι αυτή σε κλάματα μα… ήταν χαράς! Τον αγαπούσε τον γαμπρό της γιατί και εκείνος λάτρευε την κόρη της. Της είχε προσφέρει απλόχερα όλα όσα ο ίδιος ο άντρας της είχε απαξιώσει τόσα χρόνια….

ΑΓΑΠΗ… ΦΡΟΝΤΙΔΑ… ΕΝΝΟΙΑ… ΛΑΧΤΑΡΑ… ΣΕΒΑΣΜΟ… ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ… ΠΑΘΟΣ… ΕΛΠΙΔΑ…

Έτρεξε λοιπόν γρήγορα να τον αγκαλιάσει σαν να ήταν δικό της παιδί και όχι γαμπρός της. Ποτέ της δεν τον ξεχώρισε από παιδί της,  ίσα και όμοια τους αντιμετώπιζε μια ζωη. Άγια γυναίκα η κυρα Μαριγώ, ποτέ της δεν είχε πεί ένα όχι. Ποτέ!!! Ό,τι ζητούσε ο άντρας της, αμέσως, πριν προλάβει να το πεί, είχε κιόλας γίνει. Μακάρι να γνώριζε ο κυρ Κωνσταντής τί θησαυρό είχε δίπλα του. Είχε γίνει δύστροπος τελευταία και μέρα με τη μέρα όσο έβλεπε πώς έχανε την κόρη του για την αγκαλιά ενός άλλου άντρα δεν μπορούσε να το χωνέψει. Δεν μπορούσε να διακρίνει την ευτυχία στα μάτια της κορούλας του, εν αντιθέσει με τη μητέρα της, που έλαμπε από χαρά κάθε φορά που αντίκρυζε την κόρη της. Αυτές οι δυο γυναίκες είχαν έναν περίεργο κώδικα επικοινωνίας,  μιλούσανε με τα μάτια η μια στην άλλη, αυτό και μόνο έφτανε.

Μα σαν έτρεξε κοντά στο γαμπρό της, μέσα στη χαρά της που σώθηκε το ένα παιδί της, πήρε περιχαρής τον άντρα της να του πεί τα ευχάριστα νέα… Πού να φανταζότανε τι θα γινότανε στις αμέσως επόμενες στιγμές… απλά έτρεξε κοντά του.

-Αγόρι μου, επιτέλους παιδί μου!!!!

Είσαι καλά επιτέλους!!! Δόξα τω Θεώ παιδάκι μου.

Μητέρα…. την έχασα… την έχασα!!!!!!!!!!

Σώπα αγόρι μου, όλοι πονάμε, για όλους μας ήταν πολύ δύσκολος ο καιρός που πέρασε…. Ηρέμησε παιδί μου. Με το να φωνάζεις δε θα την φέρεις πίσω μάτια μου. Άκου τα λόγια μου, μάνα είμαι, μα δεν τελειώνει εδώ η ζωή παιδί μου. Μακάρι τότε να είχα βρεί το θάρρος και να μιλούσα και εγώ στον πατέρα της, μα δεν του ‘χω αντιμηλήσει ποτέ παιδάκι μου. Μακάρι να μην είχατε μαλώσει και να μην είχατε φύγει ποτέ παιδί μου. Μακάρι… Μα η μοίρα το θέλησε αλλιώς παιδί μου. Ζήλευε η ρουφιάνα την αγάπη σας…… Ααααχχχχχ…..!!!

-Την έχασα μάνα, την έχασα.. Μακάρι ο Θεός να ‘χε πάρει εμένα αντί για κείνη…

-Σώπα παιδί μου και μη λές τέτοια λόγια. Είναι βαριά. Σώπα και θα το ξεπεράσεις. Ξέρω πως την κόρη μου την αγάπησες σα Θεό σου, το ξέρω! Και πως δε θα την ξεχάσεις ποτέ όσα χρόνια και αν περάσουνε. Μα ο χρόνος γιέ μου είναι γιατρός…………

-Άχ βρε μάνα να ‘ξερες πόσο μου λείπει… Θεέ μου, κάνε κάτι, φέρτην μου πίσω, είσαι άδικος!!!! Κάνε κάτι αλλιώς θα κατέβω στον Άδη και θα τη φέρω πίσω μόνος μου!!!!!

-Παιδί μου σύνελθε!!!! Παραλογίζεσαι!!!!!  Δε γυρίζει πίσω, ό,τι γράφει δεν ξεγράφει παιδί μου, δυστυχώς…

-Την αγαπάω!!!! Δεν τη θέλω δίχως αυτήν τη ζωή μάνα!!

-Ξέσπασε παιδί μου, ξέσπασε να ηρεμήσεις. Σε καταλαβαίνω. Να ‘ξερες πόσες φορές έκλαψε και παραλογίστηκε το ίδιο με σένα και ο πατέρας της. Τη λάτρευε ο καημένος. Σαν σύζυγος μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος του κόσμου, μα σαν πατέρας ήταν απ’ τους καλύτερους…

Εκείνη μόλις τη στιγμή ο κυρ Κωνσταντής διάβαινε για πρώτη φορά την πόρτα του νοσοκομείου. Τόσο καιρό δεν είχε τολμήσει καν! να πάει να τον δεί. Είχε τόσο μένος, τόσο μίσος απέναντί του που τώρα που ξύπνησε επιτέλους, θα τον έκανε με κάθε τρόπο να πληρώσει για την κόρη του. Η μητέρα της το ήξερε,όπως όλα, μα ήλπιζε, θεωρούσε πως ο άντρας της θα είχε μαλακώσει μιας και τελυταία δεν το συζητούσε το θέμα. Πού να ήξερε η καημένη….

Αλλόφρων όρμησε μέσα στο νοσοκομείο και έψαχνε να τον βρεί, ήθελε να τον αντικρύσει στα μάτια. Φώναζε…

-Πού είναι αυτός; Πού είναι ο φονιάς; Από μένα δε θα γλιτώσει…

-Θα μπορούσα να σας βοηθήσω κύριε;

Ήταν εκείνη που του είχε σώσει τη ζωή,  η γιατρός του. Καθότανε στο παράθυρο του νοσοκομειου λίγο μετά τη λήξη της βάρδιας της. Αγνάντευε τον κόσμο απο ψηλά. Κοίταζε τους περαστικούς που αγκαλιάζονταν όλο αγάπη και συμπόνοια. Έβλεπε τα παιδιά να τρέχουνε πέρα δώθε όλο χαρά, αγνοώντας τη δυστυχία που υπήρχε εκεί μέσα. Έβλεπε τον έρωτα μέσα απο τα μάτια μιας νεαρής μαθήτριας, που μόλις της είχε χαρίσει όλο τον κόσμο ο αγαπημένος της, μέσα σ’ ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο.Έβλεπε τη ζωή, μέσα από τη ζωή. Ήταν η αγαπημένη της ώρα της ημέρας, η ώρα της μοναξιάς της, από αυτήν είχε μπόλικη στη ζωή της. Άν και παντρεμένη ένιωθε πολύ μόνη. Ίσως τελικά δεν έπρεπε να είχε δεχτεί να κάνει ένα γάμο »συμβόλαιο» με τον άντρα της τον Φάνη, προϊόν της εξασφάλισης  της  μητέρας της αλλά και του πατέρα της, καθώς τους βόλευε και τους δυο αυτός ο γάμος, τον καθένα για δικά του κριτήρια. Μα το μόνο κριτήριο θα ‘πρεπε να ‘ταν η ευτυχία της κόρης τους και όχι η εξασφάλιση της δουλειάς της, παντρεύοντάς την με τον διεθυντή του νοσοκομείου και γιο του φίλου του πατέρα της, του κυρίου Νικολάου.

-Τι ακριβώς θα θέλατε κύριε; Και χαμηλώστε σας παρακαλώ τον τόνο της φωνής σας…

-Εσύ ποιά είσαι που θα μου πείς πώς θα μιλάω;

Ονομάζομαι Λωξάντρα Αλεξίου- Νικολάου και είμαι χειρούργος στο νοσοκομείο αυτό που εσείς δε σέβεστε και φωνάζετε. Εν πάσει περιπτώσει, πείτε μου τί ψάχνετε ακριβώς;

– Δε με νοιάζει πώς σας λένε, ψάχνω το φονιά της κόρης μου!!! Μόλις ξύπνησε μου είπαν και έκανε πολύ κακώς….

-Ηρεμήστε σας παρακαλώ, τί λόγια είναι αυτά; Πώς τον λένε τον ασθενή σας;

-Παναγιώτη Ανδρικάκη τον λένε τον άχρηστο!!

Α, μάλιστα… ο κύριος που χειρούργησα και έσωσα τον προηγούμενο μήνα

Εσύ ήσουν αυτή που τον έσωσε; Κακώς έκανες!!!!

Τί λέτε κύριε; Πάτε καλα; Για συνέλθετε σας παρακαλώ, αλλιώς δε θα σας αφήσω να πάτε να τον δείτε. Και εσείς ποιός είστε για να ‘χουμε καλό ρώτημα;

Ο πεθερός του!! Σκότωσε την κόρη μου! Θα τον τελειώσω!!!

Σας παρακαλώ!!! Θα φωνάξω την ασφάλεια του νοσοκομείου!! Δε θα σας επιτρέψω να τον δείτε, η κατάστασή του είναι κρίσιμη ακόμα!!!

Τι λες κυρά μου; Που δε θα τον δώ, θα τον δώ και θα τον κάνω να μετανιώσει που ξύπνησε!!!

Όχι!!! Πάνω απ’ το πτώμα μου μόνο! Περάστε έξω κύριε!!!!!!!!! Νοσοκόμα; Κάλεσε σε παρακαλώ την ασφάλεια να έρθει στον τέταρτο όροφο τώρα αμέσως πες τους!!!!

-Μάλιστα κυρία Νικολάου! Ξύπνησε ο ασθενής σας στο 307, αν θέλετε να του ρίξετε μια ματιά πρίν φύγετε

-Ευχαριστώ…

Μπα σε καλό σου και σένα σήμερα, θα ξεσπάσω πάνω σου! Αλλά προέχει αλλός!! στο 307!!!

Εκείνη την ώρα που έμπαιναν όλοι μαζι στο δωμάτιο, κανένας τους δεν ήταν έτοιμος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε… Τελικά η μοίρα των ανθρώπων, παίζει περίεργα παιχνίδια και είναι ικανή να ανατρέψει τα πάντα. Μα δεν ήξερε κανείς τους τι τους επιφύλασσε….

συνεχίζεται….

Older Posts »

Kατηγορίες

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.