Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Σεπτεμβρίου 15, 2008

οσα πρωινα κ αν ερθουν.. θα υπαρχουν δυο δειλινα… ε’ μερος

Όλα ήταν το ίδιο δειλινό…

Λίγες στιγμές μετά.. σαστισμένη ακολούθησε πίσω του τα βήματα του..  Δεν ξέρει τι την έκανε να το κάνει .. Δεν ήξερε τίποτα πλέον. Ακολουθούσε έστω και για λίγες στιγμές τον ήχο.. της καρδιάς της.. Ναι, ήταν τόσο μα τόσο δυνατός που μπορούσε να τον ακούσει στ’ αυτιά της.. Πρώτη φορά της συνέβαινε κάτι τέτοιο.. Από την μια τη φόβιζε.. το πού πήγαινε.., αυτά που ένιωθε.. Ήταν τόσο μα τόσο ξαφνικό.. Σα φωτοβολίδα μέσα στον κοιμισμένο έρωτα της ζωής της.. Σαν να ’ρθε και να έλαμψε κάθε γωνία μες στην ψυχή της.. Μα από την άλλη δε μπορούσε να  προχωρήσει.. Μπερδεμένα όλα μέσα της να… δημιουργούν ένα.. μεθυστικό κρασί από αυτά που μένουν για πάντα σαν γεύση στο νου.. Από αυτά που τα χείλη.. ποτέ δεν ξεχνούν.. Που όσες γεύσεις και να γευτείς στη ζωή.. αυτές παραμένουν για πάντα εκεί..

Με αυτές τις σκέψεις είχε φτάσει ήδη εκεί που είχε σταματήσει και κεινος.. Μισό μέτρο πριν.. το αυτοκίνητό του.. Ναι, εκείνο που έπαιρνε ο γερανός, μα.. σάστησε.. Νόμιζε ότι είχε φτάσει στον προορισμό του μιας και κεινος κοντοστάθηκε μια στιγμή.. κ μόνο..  μα έκανε λάθος.. Τον είδε ν’ απομακρύνεται δίχως δεύτερη σκέψη και να συνεχίζει.. δίχως να σηκώνει το κεφάλι από τη γη μέχρι.. που έφτασε κοντά της.. Τότε μόνο σήκωσε το βλέμμα.. Έκατσε στην υγρή άμμο.. και αγνάντευε το κύμα που μια ερχόταν λίγα μόλις εκατοστά κοντά του.., ίσα μόνο να μη μπορεί.. ν’ αγγίξει το νερό και μια.. ν’ απομακρύνεται από κοντά του.., αφήνοντας μόνο την υγρή άμμο.. Τώρα της είχε κάνει ακόμα πιο πολύ εντύπωση η στάση του.. Η αδιαφορία του για τα πάντα γύρω, ακόμα και το αυτοκίνητό του.. Ήθελε να τον πλησιάσει.. Στεκόταν λίγα μέτρα μακριά μα φοβόταν.. Όχι εκείνον, όχι.. Στιγμή δεν είχε περάσει κάτι τέτοιο απ’ το μυαλό της.. Μα.. την καρδιά του, ναι.. Ήταν τόσο μα τόσο λαμπερή και ξάστερη.., μιλούσε τόσο μα τόσο βαθειά μέσα από κεινη που φοβόταν τα λόγια που θα έβγαιναν μέσα απ’ αυτή.. Τελικά καθώς ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει για τα καλά..  αποφάσισε και έκανε βήματα προς τα κεινον..

 

Καλησπέρα και πάλι..

Δε.. δε γύρισα πίσω, δεν ξέρω γιατί.. Μη με ρωτήσεις δεν ξέρω ούτε καν εγώ..

Κακώς δε γύρισες πίσω.. Κακώς..

Τι σε κάνει να το λες αυτό;;

Τα μάτια σου… Αυτά μου το παν..

Μα.. ξέρεις κάτι; Έχεις δίκιο.. Δεν ξέρω γιατί μα νιώθω ότι δε μπορώ να σου κρύψω τίποτα.. Ούτε αυτό που είδες μα… ούτε και τα υπόλοιπα που είδες ζωγραφισμένα στα μάτια μου.., στην καρδιά μου.. Ναι, ξέρω ότι είδες μέσα της.. Είδες ότι δεν είχε δει άνθρωπος μέχρι τώρα.. Γι’ αυτό δε γύρισα.. Γι’ αυτό σ’ ακολούθησα.. Για να σου πω ότι ναι, όταν κοίταξα για πρώτη φορά κατάματα και γω μες στα δικά σου.. το νιωσα. Ένιωσα κάθε λέξη που μου πες πριν.., κάθε συναίσθημα.., κάθε μυρωδιά απ’ τα λόγια σου.. Χμ.. Είδες; Επηρεάστηκα τόσο που.. άρχισα και γω να μιλάω σαν και σένα μα.. Όχι, δε μπορώ να πω τόσο όμορφα λόγια όπως αυτά που είπες, γιατί αυτά βγήκαν μέσα από την δική σου ψυχή.. Δεν ξέρω αν ποτέ θα ’μαστε μαζί .. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δε θα σε ξεχάσω ποτέ.. Ποτέ.. Πάντα στο πιο βαθύ, στο ποιο απόκρυφο σημείο της καρδιάς μου θα ’ναι μόνο τα λόγια σου.. Περίεργο, κι όμως σε ξέρω μόνο λίγες στιγμές.., οι οποίες για μένα είναι.. μια ολόκληρη ζωή.. Μια ζωή που ήθελα πάντα..

Μα δυστυχώς δε μπορείς να ζήσεις.. Πέστο.. Μη χαμηλώνεις τα μάτια, πεστο απλά.. Αυτό διάβασα κι έφυγα.. Έστω κι αν ακόμα είχα ορκιστεί πως.. δε θα σ’ άφηνα ποτέ ξανά να φύγεις μακριά όταν θα σ’ έβρισκα.. Μα βλέπεις ο μόνος άνθρωπος που θα μπορούσε να με διώξει μακριά σου.. είσαι εσύ.. Μόνο εσύ…
Δε θέλω να δω το δάκρυ σου.. Είναι το μόνο που δε θα θελα να δω ποτέ από σένα.. Όχι της χαράς μα.. αυτό της λύπης.. Σ’ αφήνω ουρανέ μου .. Σ’ αφήνω ..

Και κεινη ακόμα.. δεν κατάλαβε πώς.. μπλέχτηκαν τα χείλη τους.. Μπλέχτηκαν σ ένα χώρο ασταμάτητο.. Σ’ ένα φιλί που ’νιωσε πως.. ήταν ένα ολόκληρο παραμύθι.. από αυτό που μόνο στη φαντασία μπορείς να δεις.. Τόσο μαγευτικό ήταν μα.. σαν τέλειωσαν οι ανάσες.. έφυγε, έτρεξε μακριά.. προσπάθησε ν’ ανασάνει μα.. ένιωθε πως της είχε κοπεί κι αυτή.. όπως είχε κοπεί η καρδιά της σε χίλια κομμάτια.., σε χίλιες δυο σταγόνες από μικρά χρυσάνθεμα.., τόσα πολλά.., που πλέον δε θα μπορούσε κάνεις άλλος να τα μαζέψει όλα.. παρά μόνο εκείνος.. Εκείνος που τα ’χε ριζώσει βαθειά μες την καρδιά της..

Το επόμενο πρωινό..

Και για πολλά ακόμα.. η ζωή και των δυο έμοιαζε σαν.. σε καρμπόν, οι ίδιες εικόνες.., οι ίδιοι άνθρωποι γύρω .., τα ίδια αισθήματα παντού..

Εκείνη μάλωσε με τον Κωστή μα.. τελικά του πέρασε.. Αγέρωχος, συνέχιζε να τη θεωρεί μόνο δική του, αγνοώντας ότι τη μάχη που πίστευε πως είχε κερδίσει.. την είχε χάσει από πριν, όπως και κεινη.. Όπως και βαθειά μέσα της.., αυτόν τον μικρό παραδεισένιο κήπο που έμελλε να μείνει για πάντα δικός της.. Συνέχισε να την αγαπά όπως στην αρχή.., με τη δική του αγάπη πρώτα.. όχι την δική της πρώτη.., ακόμα και στην αγάπη έμελλε να ’ναι εγωιστής.. Αυτό ήταν το ένα και μοναδικό του λάθος..

Εκείνος.. έμελλε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του ..σαν αφεντικό πλέον στη δουλειά, μιας και ο κύριος Γιώργος, ο.. «πατέρας» του, ήταν πλέον μακριά.. Είχε φύγει για άλλη χώρα.. μαζί με την γυναίκα που τόσο πολύ λάτρευε.. Ζούσαν τον έρωτα τους ακόμα και τώρα.., έναν σπάνιο έρωτα που και μια ματιά της μόνο πρωινή, του ’φτάνε για να χαμογελά μέχρι να δύσει ο ήλιος.. Ο δε Δημήτρης.. είχε σκληρύνει πολύ.. Ναι, έξω του, όχι όμως μέσα του .. Ποτέ.. Ποτέ δε θα μπορούσε ν’ αλλάξει.. το χτύπημα της μοίρας, να χάσει τη μάνα του ήταν βαρύ.. Το γράμμα της.. σαν έφευγε όμως, ήταν αυτό που.. του ’δωσε δύναμη να συνεχίσει να ζει, έστω και μόνος ..Εντελώς.. μόνος του.. Αυτό το γράμμα…

Γιε μου, μονάκριβε μου, καιρό τώρα.. αυτή η ριμάδα η αρρώστια με τυραννά.. Κάθε φορά που ’ρχοσουν προσπαθούσα να το κρύψω..
Έσφιγγα τα δόντια να μη δεις ότι πονάω.. Μα πλέον.. βαρέθηκα.. Κουράστηκα απ’ τον πόνο.. Δεν αντέχω άλλο πια να πονώ..
Όχι, δεν λέω γιε μου για τον πόνο της αρρώστιας.. μα τον πόνο τον δικό σου.. Το να σε βλέπω έτσι να μαραζώνεις μέρα με τη μέρα..
Δε την μπορώ τέτοια ζωή γιε μου, δεν τη μπορώ.. σ’ αφήνω .
Μπορεί να μη μπόρεσα ποτέ να ζήσω τη χαρά να δω ένα εγγόνι, ένα εγγονάκι που τόσο πολύ λαχτάρησα μα..
Είναι η τελευταία μου ευχή σ’ αυτή τη ζωή.. να σε δω επιτέλους να ζήσεις.. ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ.. Να κάνεις παιδιά και να τα μεγαλώσεις σαν και σένα.
Με τέτοια καρδιά να πορευτούν στη ζωή.. Κι αν πονέσουν;; Να ’χουν πάντα έναν πατέρα που..
θα ’ναι εκεί και με μαγικά λόγια να τους προσφέρει όλη τη ζωή, όλη την αγάπη της θάλασσας.. Σε φιλώ όπως πάντα στο μέτωπο γιε μου..

Αυτό το γράμμα.. είχε τόσο πόνο και θλίψη που του ξερίζωσε για πάντα την καρδιά.. Μα τον είχε κάνει επίσης να.. περιμένει.. Να περιμένει για πάντα εκείνη.. που ’χε φύγει τότε.. Εκείνη που δεν θα ’φευγε ποτέ απ’ την ψυχή του.. Ευχόταν μόνο να γυρίσει.. Μόνο αυτό… Μόνο γι’ αυτό ζούσε και την ευχή της μάνας του.. Μα σαν πέρναγε ο καιρός, ολοένα και η θλίψη του μεγάλωνε. Γινόταν.. στάχτη που σκέπαζε την ψυχή του.. Πόνος που.. ολοένα και πιο πολύ μάθαινε να ζει μ’ αυτόν μαζί.. Είχε μάθει πλέον να πονά τους γύρω.. Δηλαδή.. είχε γίνει καλό αφεντικό.., αμείλικτο.. Κανείς δεν ήξερε τον πόνο του. Σαν.. έκλεινε η πόρτα του γραφείου του.. κανείς δεν ήξερε τίποτα πλέον γι’ αυτόν.. Πρώτος, όπως τόσα χρόνια στη δουλειά, μα και τελευταίος έφευγε.. Μοναδική του διέξοδο πλέον που του ’δινε.. αέρα.. η μηχανή του.. Ναι, συνήθιζε πλέον τα βράδια αργά.., μετά το πέρας της δουλειάς.., να την καβαλά και να κινεί για άγνωστο προορισμό.. Έβαζε δυο ακουστικά από το φτηνό του ραδιάκι.., αυτό το παλιό που του ’χε δώσει τότε η μάνα του.. Τότε που μικρός ακόμα είχε φύγει απ’ το χωριό.. με τόσα όνειρα.., τόση λαχτάρα για ζωή.. Μα πλέον,
όλα αυτά είχαν σβήσει, είχαν γίνει μονοπάτι που διάβαινε κάθε βράδυ προς το απόμακρο, το απρόσμενο της ζωής.. Αυτό που δεν ευχόταν ποτέ για κανένα άνθρωπο να ζήσει.. Ακόμα και για τον Κωνσταντή. Ναι, ακόμα ούτε γι’ αυτόν που έμελλε τότε και τώρα ν’ αλλάξει τη ζωή του.. Ούτε γι’ αυτόν δεν ευχόταν τέτοια ζωή..
Γεμάτη πόνο, δάκρυ και στάχτες από τη θύμηση ότι κάποτε ήταν ζωντανός.. Κάποτε ένιωθε αγάπη. Έστω πόνο.. Ίσως και μίσος, μα πλέον.. τίποτα.. Ένα απόλυτο κενό υπήρχε μέσα του.. Το απόλυτο σκοτάδι.. Έκλεινε πλέον τα μάτια και.. δεν έβλεπε εκείνη.. Δεν έβλεπε τίποτα, ούτε καν φως στο βάθος.. Ούτε έστω μια μικρή σπίθα..

Ένα πρωινό, μετά από ενάμιση χρόνο..

περίπου, ήταν που έλαβε το γράμμα του ..Ναι, θα γυρνούσαν για κάτι δουλειές μαζί και οι δυο όπως πάντα.. Ο κύριος Γιώργος και η αγαπημένη του.., δε την άφηνε ποτέ για κανένα λόγο.., ήταν η πρώτη φορά, μετά από τόσο καιρό που έστω και ένα υποτυπώδες χαμόγελο φάνηκε αμυδρά στα χείλη του.. Θα ’φτάνε το απόγευμα, μιας και πρώτα θα πήγαιναν στη μητέρα του στο Γύθειο να την δουν.. Μα επειδή θα έφταναν αεροπορικώς, θα ερχόντουσαν από κει με λεωφορείο.. Του πρότεινε να πάει να τους πάρει, μα.. εκείνος αρνήθηκε.. Ήθελαν λέει να απολαύσουν την διαδρομή στο γύρνα μαζί .., και έτσι δεν του ’μενε παρά να σεβαστεί όπως πάντα την απόφασή του.. Ένα τηλεφώνημα του ’κανε μόνο να δει αν είναι εντάξει και αν ξεκίνησαν, για να τους περιμένει στο σταθμό.. Μα.. έμελλε αυτή η διαδρομή, άθελά τους, να ’ναι.. κάτι πολύ παραπάνω.. Κάτι που τελικά δεν το ’μαθε κανείς.. Ούτε εκείνοι ούτε ο Δημήτρης, ποτέ.. Οι ώρες του γυρισμού ήταν αρκετές, οπότε όπως ήταν πολύ φυσιολογικό μιας και το λεωφορείο ήταν νέου τύπου, με τα καθίσματα ανά τετράδες, οι «γείτονες» να πιάνουν την κουβέντα.. Μόνο που εκείνοι δεν είχαν γείτονες παρά μόνο.. μια κοπέλα.., αρκετά σκεφτική και στενοχωρημένη όπως φαινόταν.. Και φυσικά ο κύριος Γιώργος προσπάθησε να μάθει τι έχει..

Ωπ.. συγγνώμη, σας χτύπησα;; Με συγχωρείτε, δεν το ’θελα (μα ήταν πέρα για πέρα σκόπιμο)

Δεν πειράζει, δεν χτύπησα..

Μόνη σας ταξιδεύετε; Γιώργος, χάρηκα, και από ’δω η γυναίκα μου η Μαριάνθη

Ράνια, χάρηκα, επίσης.. Ναι, μόνη γυρνάω απ’ τη γιαγιά μου στο χωριό. Φαίνεστε πολύ αγαπημένο ζευγάρι

Ναι.., δεν αλλάζω τη γυναίκα μου ούτε μ’ όλα τα κοσμήματα και τα πετράδια της γης..

Αχχχ τι μου θυμίσατε.. αχ, όπως μιλάτε..

Με συγχωρείς κιόλας, καταρχήν μπορώ να σου μιλάω στον ενικό;; Άν είχα κόρη θα ήταν πιστεύω κάπου στην ηλικία σου

Ναι βέβαια, φαίνεστε καλός άνθρωπος γιατί αν είχατε;;

Μα και συ σε παρακαλώ στον ενικό να μου μιλάς, ναι;; Άν είχα, γιατί δεν είχαμε ποτέ την τύχη να μπορέσουμε να κάνουμε ένα παιδί δικό μας..
εκτός από ένα.. γιο, σε εισαγωγικά.., ένα παιδί που ’ρθε μικρό απ’ το χωριό τότε και το ’χα πάντα σαν γιο μου δίπλα μου.. Μα φαίνεσαι πολύ πονεμένη κοπέλα μου, συμβαίνει κάτι;; Ίσως μπορώ να βοηθήσω..

Εντάξει λοιπόν, στον ενικό.. Ξέρεις.. δε μπορεί κανείς, εκτός από μένα, να με βοηθήσει, κανείς.. Είναι κάτι που με πονάει πολύ καιρό και.. λόγω του ότι παντρεύομαι όπου να ’ναι.. με τυρρανάει.. Γυρνά στη σκέψη μου..

Είπες ότι παντρεύεσαι; Με το καλό μα.. δε βλέπω την ευτυχία στα μάτια σου, γιατί;; Μίλησέ μου .. Κάποιες φορές μπορεί να μας βοηθήσει κάποιος όταν δεν το περιμένουμε.. Να βρεθεί στο δρόμο μας και να μας δείξει αυτό που για μας μπορεί να ’ναι δύσκολο να δούμε, μα για κεινον να ’ναι απλό, λόγω.. ουδέτερης στάσης. Καταλαβαίνεις..

Ναι καταλαβαίνω.. Να, είναι ένας έρωτας, ένας έρωτας ανεκπλήρωτος που με βασανίζει.. Κάποιος που βρέθηκε στο δρόμο μου και μ’ έκανε να νιώσω όπως ποτέ ξανά στη ζωή μου.. Σπάνια.. Τόσο ζεστά.. Τόσο.. στοργικά.. Ένιωθα τέτοια ασφάλεια κι ας μη με είχε αγγίξει ποτέ..

Χμμμμ, μου θυμίζεις το βασικό λόγο που πάω Αθήνα.. Για κάτι τέτοιο πάω κι γω.. Χαχαχα, όχι μη με κοιτάς έτσι, δεν είναι για μένα. Εγώ.. αυτό που έψαχνα να βρω στη ζωή ήμουν τόσο τυχερός που .. το ’χω ακόμα δίπλα μου. Μα η άτιμη η ζωή πολλές φορές παίζει πολλά παιχνίδια και συνήθως τα παίζει σε ανθρώπους που χουν ήδη πονέσει πολύ.. Μιλάω για κεινον, για τον πνευματικό γιο που σου ’πα. Αρκετό καιρό τώρα τον ακούω χάλια πολύ κι ας μην του το λέω.. Του άφησα να πάρει το χρόνο του, να το ξεπεράσει μα.. άδικος κόπος. Ο καιρός που χάθηκε.. δεν άλλαξε τίποτα. Δεν απάλυνε τον πόνο του για κεινη.. Δεν την ξέχασε ποτέ.. Και πλέον δε σου κρύβω ότι φοβάμαι για κεινον, γι’ αυτό πάω.. Αθήνα

Κάπως έτσι νιώθω και γω από τότε.. από τότε που είπα ότι θα συνεχίσω τη ζωή μου από κει που την άφησα. χωρίς ν’ αλλάξω ούτε σπιθαμή. Αυτό το είπα τότε και ας ένιωθα και νιώθω ακόμα από τότε ότι.. μέσα μου υπάρχει ένα μεγάλο κενό.. Πολύ μεγάλο, που δε θα καλυφθεί ποτέ πιστεύω.. Μα τι λέω;; Σε λίγο παντρεύομαι και ακόμα να μπορέσω να ξεχάσω..

Μην κλαις, όχι.. Το κλάμα δε θα διώξει τον πόνο.. Αυτό λέω και του Δημητράκη τόσο καιρό.. Μην κλαις, μα δε μ’ ακούει.. Έχει κλειστεί μέσα στον εαυτό του από τότε και δε μιλάει σε άνθρωπο, ούτε καν σε μένα.. Ο μόνος ίσως που μπορεί να μιλούσε .., η μάνα του δηλαδή.., ούτε αυτή μπορεί πλέον .. μιας και την έχασε πρόσφατα.. Αυτό που ’πα πριν.., όταν η μοίρα βαράει κάποιον.., δε σταματά.. Κάθε φορά που τον βλέπει, ό,τι.. πάει να ξεμυτίσει, το κεφάλι έξω απ’ το νερό.., να πάρει έστω μια μικρή ανάσα.., άλλο τόσο κάθε φορά του δίνει μια και πάει ποιο βαθειά.. Τον στέλνει πάλι εκεί όσο πιο βαθειά μπορεί για να μην ξανανασάνει ποτέ..

Δημήτρη είπατε;;

Ναι.. και έχει περάσει πολλά  από μικρός.. Μεγάλωσε σχεδόν χωρίς πατέρα..  Μα ήταν τυχερός γιατί είχε μια μάνα που τον έκανε τόσο λατρευτό, τόσο.. αντρίκιο, που.. τον ζήλευαν ακόμα και οι πέτρες στο χωριό.. Μα ήταν άτυχος. Πάντα.. Ακόμα και στον έρωτα.. Δυο φορές αγάπησε, μα και τις δυο.. έμελλε να μη νιώσει ποτέ τι θα πει αυτά τα μάτια να ζουν για να κοιτάνε μόνο εμένα.. Στο μόνο που ήταν τυχερός πάντα ήταν η δουλειά του.. Μα δεν ήταν τόσο θέμα τύχης, όσο ότι δεν είχε τίποτα άλλο στην ζωή του ν’ ασχοληθεί εκτός απ’ αυτήν.. Τελικά η μοίρα καμιά φορά..  φέρνει ανθρώπους κοντά που .. μοιάζουν, που πρέπει να συναντηθούν..

Αυτό ξαναπείτε το..

Ναι, μοιάζουμε πολύ με το μικρό.. Χμ.. Ακόμα μικρό τον λέω, μα όχι μπροστά του γιατί τραντάζεται βλέπεις. Πεισματάρης όσο δεν πάει.. Κυνηγούσε πάντα στη ζωή του αυτό που ήθελε, αυτό που λαχταρούσε με αξιοζήλευτη επιμονή.. Μα τον θαύμαζα πάντα, γιατί.. όταν αποφάσιζε κάτι για κεινον.., το ’χε σκεφτεί πολύ καλά πριν.. ήταν απόλυτα σίγουρος, αλλιώς δε μιλούσε.. Στο μόνο πράγμα που ήμουν και είμαι αντίθετος είναι αυτή η ριμάδα η μηχανή που πήγε και πήρε.. και πλέον δεν την αποχωρίζεται.. Του δίνει λέει άλλη αίσθηση.., άλλο αέρα .. Του θυμίζει εκείνη.. Μα ανησυχώ.. Ανησυχώ για κεινον γιατί αν δεν αλλάξει γρήγορα σκέψεις δεν ξέρω τι θα γίνει.. Μα τελοσπάντων τι στα λέω εσένα αυτά κοπέλα μου.. Σε ζάλισα με τα δικά μου..

Όχι, όχι μην ανησυχείτε. Κατάλαβα ότι είχατε την ανάγκη να τα πείτε, μα… ααα φτάσαμε. Λοιπόν, χάρηκα πολύ, πραγματικά..

Και γω και εύχομαι κοπελιά μου να σε φωτίσει ο Θεός να διαλέξεις αυτό που λαχταρά η ψυχή σου

Σας ευχαριστώ.. Σας αφήνω, έχετε και να ξυπνήσετε και τη γυναίκα σας. Με τις ιστορίες μας αποκοιμήθηκε..

Ναι.. Καλό δρόμο

Ααα κύριε Γιώργο.. Μισό να σας πω…

Εεε;;; Πες μου..

Ειλικρινά χάρηκα τόσο πολύ που έμαθα έστω και λίγα από κεινον. Το ’χα τόσο ανάγκη..

Αυτές ήταν οι τελευταίες της κουβέντες και κεινος έμεινε να απορεί;; Γιατί τα είπε αυτά;.. Μα ξαφνικά μια λάμψη στο μυαλό του φώτισε.. Ναι.. Ράνια την έλεγαν.. Ράνια του ’χε πει ο Δημήτρης.. Μα πώς δεν το ’χε θυμηθεί πιο πριν; Τραύλισε που έβλεπε πλέον τη μορφή της να χάνεται στο βάθος του σταθμού.. Τι ειρωνεία! Η μοίρα.. πώς μπορεί να σμίξει τις ζωές δυο ανθρώπων.. Μα απ’ την άλλη, πόσο εύκολα μπορεί αυτό που αναζητάς να περνά δίπλα σου .., να ’ναι μπροστά σου και να μη το βλέπεις..
Έτσι και ο Δημήτρης δεν την είδε που περάσει δίπλα του εκείνο το δειλινό.. Και ακόμα κι όταν μύρισε τη μυρωδιά της στο χώρο γύρω του, νόμιζε πως τη φαντάστηκε.. Όπως την φανταζόταν κάθε μέρα.. Μα και κεινη βυθισμένη στις σκέψεις της από την συζήτηση δεν τον είδε..

Ο κυρ Γιώργος δεν του ’πε ποτέ τίποτα.. Ήξερε πως το μόνο που θα ’κανε θα ’ταν να τον βυθίσει πιο πολύ στον πόνο του.., στις σκέψεις του και δεν το ’θελε.. Προσπάθησε μάταια να του μιλήσει, να τον πείσει συχνά. Οι συζητήσεις τους κατέληγαν σε.. μονόλογο.. Πέρασαν κάποιες μέρες και έπρεπε να φύγουν.. μα δεν είχε καταφέρει τίποτα.. Τίποτα.. Τελικά φεύγοντας, έμεινε πάλι μόνος στη μοναξιά του..

συνεχίζεται…

 

Advertisements

Responses

  1. Όνειρα ανεκπλήρωτα που καθώς περνά ο καιρός αδειάζουν σιγά σιγά την ψυχή σου…
    Μένεις κενός χωρίς συναίσθημα…
    Δυο καρδιές να χορεύουν στον ίδιο ρυθμό, αλλά χωριστά…
    Μου αρέσει πάρα πολύ ωκεανέ…δεν ξέρεις τι μου θύμισες…
    Αναμένω τη συνέχεια…την καλημέρα μου! 😉

  2. Ωκεανε ηταν πολυ δυσκολη μερα η σημερινη, δεν εχω κουραγιο να διαβασω αυτη τη στιγμη, περασα να σου αφησω τη καλησπερα μου..

  3. Ωκεανέ μου καλησπέρα…Σε είχα χάσει για πολύ καιρό, είναι απίστευτο που σε ξαναβρίσκω…
    Θα τα λέμε συχνότερα ελπίζω από εδώ και πέρα, χαίρομαι που είσαι καλά και εξακολουθείς να ποστάρεις…
    Σε φιλώ…

  4. @μοναχικο αστερι καλημερα.. καταλαβαινεις απολυτα πως νιωθουν.. ετσι ακριβως οτι ποθησε να βρει στη ζωη του το νιωθει τοσο μα τοσο μακρια.. το μεγαλυτερο του ονειρο μοιαζει ανεκπληρωτο.. χαιρομαι που σου αρεσε μενει.. μονο το τελος.. ειναι ετοιμο ισως το ανεβασω κ σημερα.

    @αρτιστακι μου το θεμα ειναι να μαστε καλα πανω απο ολα.. την καλημερα μου επισης κ ελπιζω το σκ που ρχεται τουλαχιστον να ναι ξεκουραστο..

    @αρτανις μου καλημερα.. κ γω χαιρομαι που σας ξαναβρισκω σιγα σιγα.. φυσικα κ θα τα λεμε.. αλλωστε περασα ηδη πριν καποιες μερες κ απο σενα κ σχολιασα καλη συνεχεια σε ολους.

  5. Περιμένω λοιπόν την έμπνευσή σου…
    με καλό ή με άσχημο τέλος…

  6. Θα σου απαντήσω,με τον γνωστό «ακαταλαβίστικο» για τους πολλούς τρόπο που υπάρχει μεταξύ μας..

    όταν δεν μπορείς να είσαι με τον άνθρωπο που θέλεις, ζεις μόνο με το όνειρό του! H παρουσία του γίνεται ανάγκη, ενώ η απουσία του λυγμός και αυτός απλά λείπει

    Tο «φαντασματάι» είναι πολύ λυπημένο, οι λέξεις δεν έφτασαν…

    😉

  7. @ μοναχικο αστερι αυτη την ιστορια την ειχα τελειωσει ηδη τον ιουνιο που ειχε γραφτει.. καλο η ασχημο δεν μπορω να πω αναλογος τι ειναι καλο η κακο στη ζωη .. βεβαια αυτες ειναι.. πολυ λεπτες ισοροπιες το καλο κ το κακο οποτε το αφηνω στην κριση αυτου που θα το διαβασει η το εχει διαβασει.. καλο σκ!

    @ κυρια μου.. καποιες φορες δεν φτανουν οχι οι λεξεις.. μα.. το ονειρο που γινεται λιγμος, πονος, καημος.. τοτε το ονειρο γινεται… οχι εφιαλτης.. απλα «απιαστο» γιατι τα ονειρα ειναι παντα.. ονειρα.. αλλοι αναζητουν ..φαντασματα.. αλλοι.. πλασματα της θαλασσας.. πθαρακια.. οτι κ αν αναζηταει καποιος κανεις δεν μπορει να του στερησει.. το ονειρο..

  8. H ερώτησή σου ήταν το πιο ενδιαφέρον που συνέβη εκείνο το βράδυ, αλλά πόσα μπορεί κανείς να καταλάβει από μια λέξη τελικά;…Ξέρεις οτι αυτά τα Σεπτεμβριάτικα βράδια με τα αθέατα νυχτερινά καπρίτσια του φθινοπώρου φέρνουν μια νοσταλγία στο άρωμά, που σιγά σιγά χάνεται στο χρόνο!!
    Kάθε φορά που σε χάνω, σε ξαναβρίσκω… και πάλι απ’ την αρχή! Σε αγάπησα και σε αγαπώ, είμαι εδώ για σένα… αλλά εσύ θα με «διεκδικήσεις» τώρα με διαφορετικό τρόπο,και στοχεύοντας προς άλλο σημείο…

    ελπίζω οτι κατάλαβες τι εννοώ πίσω απο τις λέξεις 😉

  9. κυρια μου.. επετρεψε μου να απαντησω στο σχολιο με καπιους στοιχους απο ενα.. τραγουδι..

    οταν θα νιωθεις μοναξια οταν το σπιτι θα ναι αδειο θα χεις εμενα συντροφια κ θα σου δινω εγω κουραγιο…

    μοναχα εσυ να σαι καλα μη δω στα ματια σου ουτε δακρυ..

    να σαι κοριτσι μου καλα κ οταν ζητας τον ανθρωπο σου θα ειμαι καπου εκει κοντα..

    ο φυλακας ο αγγελος σου..


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: