Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Αύγουστος 25, 2011

Ματωμένα Όνειρα (α’ μέρος)

Ήταν ένα πρωινό της Κυριακής σαν όλα τ’ άλλα, καμία διαφορά για μια ακόμα φορά. Θα πηγαίνανε στη βαρετή επίσκεψη γι’ αυτόν στα πεθερικά του. Περνούσανε δύσκολα εκείνη την εποχή με την γυναίκα του και ούτε λόγος δε γινότανε για κάποια έξοδο, οπότε… αναγκαστικά έπρεπε να υποχωρήσει στη θέληση της γυναίκας του. Μα ακόμα κι αν δεν ήταν έτσι, και να είχαν την οικονομική άνεση, πάλι δε θα της χαλούσε χατίρι. Ποτέ δεν μπόρεσε να το κάνει. Την  λάτρευε πιο πολύ κι από τη ζωή του αυτή τη γυναίκα. Άλλωστε η θυσία που είχε κάνει γι’ αυτήν μαρτυρούσε τη δύναμη της αγάπης του. Δεν δίστασε στιγμή να πει πως… θα μείνει μαζί της ακόμα και όταν μάθανε από το γιατρό ότι ο λόγος που δεν κάνανε ακόμα κάποιο παιδάκι, ήταν επειδή εκείνη δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Έμεινε μαζί της, τη στήριξε, της μιλούσε κάθε μέρα. Βέβαια σαν υπάλληλος που ήταν σε ένα τεχνικό συνεργείο δεν μπορούσε, δεν είχε τη δυνατότητα για πολλά έξοδα.

Έπαιρνε λίγα λεφτά μα πολύ εκτίμηση…

Ήταν μέσα σε λίγο καιρό ο πρώτος μάστορας κι αυτός που το αφεντικό εμπιστευόταν απόλυτα. Ό,τι και αν τον έβαζε να κάνει θα το έκανε καλά. Μα και οι συνάδελφοι του δεν είχανε κάτι να πουν γι αυτόν. Ντόμπρος και σταράτος σε όλα του, έλεγε πάντα την αλήθεια και ήταν τόσο εγωιστής που δεν «έγλυφε» ποτέ κανέναν και τους τα ’λέγε χύμα και τσουβαλάτα που λέγανε και στην διάλεκτό τους. Ξεχώριζε από την πρώτη μέρα που πήγε εκεί. Είχε.. ένα περίεργο, αυστηρό βλέμμα που σ’ έκανε να μην τολμάς να έχεις και πολλά πολλά, μα σαν τον γνώριζες καλύτερα έμενες έκπληκτος όταν διαπίστωνες πως ήταν χαμογελαστός και φιλικός σαν ένα μωρό παιδί.

Είχε θυσιάσει πολλά λοιπόν για εκείνη. Μα κι αυτή είχε θυσιάσει την καριέρα της για εκείνον. Όταν την γνώρισε, φαντάρος ακόμα εκείνος, συναντήθηκαν τυχαία σε ένα νησί όπου εκείνος έκανε τη θητεία του. Δεν είχε μεγάλη οικονομική άνεση, άλλωστε καταγόταν από φτωχή οικογένεια και το μόνο εφόδιο που μπορούσε να του προσφέρει η μητέρα του ήταν πολύ αγάπη και ό,τι λεφτά είχε κουτσομαζέψει εκείνος από διάφορες δουλειές του ποδαριού που δεν έφταναν ούτε για τα βασικά. Έτσι η μόνη διέξοδος που είχε, όταν είχε έξοδο, ήταν… κοντά στην θάλασσα. Περνούσε ατελείωτες ώρες πλάι της μη θέλοντας σαν περήφανος άνθρωπος που ήταν να δώσει σε κανέναν δικαίωμα. Έτσι όταν τον ρωτούσανε γιατί πάει συνέχεια εκεί και απομονώνεται εκείνος απαντούσε πως τον ηρεμούσε πολύ το να την κοιτά.

Εκεί τη γνώρισε την Ερασμία. Δίπλα στο κύμα. Και τον μάγεψε απ την πρώτη στιγμή, απ’ την πρώτη ματιά, απ’ τον πρώτο ήχο του ονόματός της. Απ’ την πρώτη ματιά στα υπέροχα γαλαζοπράσινα μάτια της που είτε την θάλασσα κοίταζε είτε αυτά δεν έβλεπε καμία διαφορά. Την πλησίασε αποφασιστικά και με θάρρος, σίγουρος πως αυτή θα ήταν η γυναίκα της ζωής του, το ένιωθε. Πάντα εμπιστευόταν το ένστικτο του τυφλά, δεν είχε λαθέψει ποτέ.

Στους έξι μήνες που έμεινε εκεί, μέρα με τη μέρα τη γνώριζε και την ερωτευόταν όλο και περισσότερο. Μα και κείνη το ίδιο. Είχε μια περίεργη μαγεία αυτός ο άνθρωπος σαν.. το φεγγάρι της το αγαπημένο, που πήγαινε να δει κάθε βραδιά που ήταν εξοδούχος και την έβρισκε εκεί. Συνάμα, σάστισε όταν του είπε πως έμοιαζε μ’ αυτό. Και πως δεν πηγαίνει εκεί για τη θάλασσα γιατί την θεωρούσε… προδότρα… άτιμη γυναίκα. Και όταν την ρώτησε… γιατί; Εκείνη του απάντησε γιατί.. έχει δύο έρωτες στην ζωή της και δεν μπορεί να διαλέξει.. τον ήλιο και το φεγγάρι. Ο πρώτος τη ζεσταίνει και της προσφέρει το άγνωστο, το απρόσμενο και το λαμπερό, και ο άλλος, το φεγγάρι, της προσφέρει το μαγικό, την ηρεμία μα συνάμα το σκοτάδι και είναι πολύ σπάνιο να μπορεί κάποιος να σε κάνει να μη φοβάσαι στο σκοτάδι…

Σάστισε με την απάντησή της μα με τον καιρό κατάλαβε πως είχε δίκιο. Εκείνη σπούδαζε φιλοσοφία εκεί και θα έμενε κανονικά ακόμα  τρία χρόνια για να τελειώσει και να πάρει το πτυχίο της αν… δεν τον ερωτευόταν όμως… τρελά. Όταν τα παράτησε όλα για χάρη του, αποφασιστική και δυναμική όπως πάντα, όπως και τότε που απλώς ανακοίνωσε στους γονείς της τι τελικά θα ακολουθούσε στη ζωή της, εκείνοι γκρίνιαζαν, όμως δεν υποχώρησε στιγμή. Έτσι και τώρα όταν τους ανακοίνωσε ότι τα παρατάει όλα για ένα.. ‘μπατιράκι’, όπως τον αποκαλούσε ο πατέρας της, επαναστάτησαν μα δεν κατάφεραν τίποτα.

Όσο πράα και ήρεμη έδειχνε είχε ένα μαγικό τρόπο, μια μοναδική ικανότητα να δίνει θάρρος, και να μη φοβάται για τίποτα. Βέβαια έπαιζε ρόλο και το ότι ήξερε ότι ο πατέρας της με την αδυναμία που της είχε, ακόμα κι αν ήταν η πιο μεγάλη του κόρη, δεν θα τους άφηνε έτσι. Και είχε δίκιο. Όταν ήρθαν με το καλό στην Αθήνα, τους παραχώρησε ένα σπίτι για να μπορούν να μένουν και φυσικά ανέλαβε όλα τα έξοδα του γάμου μέχρι τέλους. Περήφανος άνθρωπος κι αυτός και μάλιστα μοιάζανε λίγο με τον Παναγιώτη, τον άντρα της, τώρα πλέον και επίσημα. Ήταν το ίδιο ξεροκέφαλοι και πεισματάρηδες, μα συνάμα και περήφανοι.

Ακόμα δεν είχε ξεχάσει το πόσο πολύ ντράπηκε όταν αναγκάστηκε να της αποκαλύψει τελικά, όταν εκείνη λίγο καιρό μετά που γνωριστήκανε επέμενε να πάνε να πιούν και έναν καφέ σε μια καφετέρια σαν άνθρωποι, γιατί εκείνος αρνιόταν πεισματικά. Όταν της είπε λοιπόν, αναγκαστικά γιατί θα μάλωναν, πως ο λόγος ήταν επειδή δεν είχε χρήματα, εκείνη γέλασε δυνατά και τον έκανε να δακρύσει και να κοκκινίσει, μα… δάκρυσε κι αυτή μια στιγμή μετά. Σαν τον κοίταξε, αυτή η ανταλλαγή βλέμματος έφτανε για να επιβεβαιώσουν πως… ήταν ο ένας για τον άλλον. Μια στιγμή ήταν αρκετή. Ένα και μόνο βλέμμα πριν.. το πρώτο τους φιλί. Πριν από ότι είχε μείνει χαραγμένο μέσα του για πάντα σαν να ’ταν το μεγαλύτερο δώρο στην μέχρι τότε ζωή του. Βέβαια.. είχε φιλήσει κ άλλες φορές πιο πριν μα ποτέ σαν εκείνο το φιλί που το επιστέγασμά του το είχε.. το φεγγάρι…

Τελικά δε χρειάστηκε πολύ χρόνος ακόμα για να γίνει το φεγγάρι μάρτυρας ακόμα ενός γεγονότος πολύ πιο σοκαριστικού βέβαια, μα συνάμα και ό,τι πιο ερωτικού είχε δει ποτέ μέχρι τότε. Και το φεγγάρι είχε δει πολλά, μα όχι σαν αυτόν τον έρωτα μεταξύ δυο ανθρώπων που έφτασαν κοντά στα αστέρια και γίνανε ένα…

Έκτοτε εκείνη αποφάσισε πως η ζωή της ήταν μαζί του και του την πρόσφερε απλόχερα. Δεν δίστασε στιγμή και δεν άκουσε κανέναν. Έτσι ήταν πάντα απόλυτη σε όλα, αλλά και μοναδικά πανέμορφη σαν άγγελος Κυρίου, μα μπορούσε να γίνει εκδικητική σαν τον διάολο. Πολλές φορές ακόμα κι αυτός τρόμαζε όταν την έπιανε το πείσμα και το γινάτι της. Εκείνες της ώρες κανένας δεν τολμούσε να της μιλήσει. Καλομαθημένη και από καλή οικογένεια δεν της έλειπε τίποτα ποτέ αλλά μπορούσε  να είναι απλή, ανθρώπινη.. ένα συνονθύλευμα αναστατωμένων συναισθημάτων ήταν ώρες ώρες. Από την μια μπορεί να γελούσε και την άλλη χανόταν θλιμμένη στο κενό σαν να της είχαν στερήσει την ζωή. Σαν… σαν να ’ταν γεννημένη να ζήσει και να πεθάνει γι αυτόν.

Έτσι λοιπόν εκείνο το άτιμο το μεσημέρι έμελε να είναι και το τελευταίο που πέρασαν μαζί. Δεν είχανε καθίσει πολύ στο σπίτι τον γονιών της. Ο λόγος ακόμα μια φορά το πείσμα του Κωνσταντή του πατέρα  της να μην μπορεί να χωνέψει πως αυτός ο άνθρωπος κατάφερε να είναι όλος ο κόσμος για την μονάκριβη κόρη του, ενώ μέχρι πριν ήταν εκείνος. Μα δεν μπορούσε να καταλάβει πως δεν του είχε πάρει την θέση αλλά.. ήταν διαφορετική η αγάπη. Εν αντιθέσι βέβαια με την μητέρα της την κυρα Μαριγώ, η οποία έβλεπε και ένιωθε πόσο πολύ αγαπούσε η κόρη της σαν γυναίκα. Άλλωστε πάντα τις γυναίκες όσο βαθειά κι αν τις αγαπήσει ένας άντρας, ποτέ δεν θα μπορέσει να φτάσει την απόλυτη αγάπη μιας γυναίκας.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε και ο καυγάς. Φώναζαν όλοι εκτός από την κυρα Μαριγώ, η όποια ήσυχη σαν γυναίκα, δεν είχε την τόλμη να αντιμιλήσει ποτέ, εν αντιθέσι με την κόρη της που όταν θύμωνε γινόταν ταύρος! Πράγμα που το ένιωσε πολύ καλά η κύρια είσοδος του πατρικού της σπιτιού στην Νέα Μάκρη όπου έμεναν οι γονείς της για να της παραχωρήσουν το διαμέρισμα τότε στην Αθήνα. Και εκείνο το μεσημέρι εκείνος έκανε το λάθος…….

Έτρεχε πολύ και μάλωναν μεταξύ τους και κάθε φορά ο Παναγιώτης δεν υποχωρούσε μα ούτε και η Ερασμία. Και πάνω σε μια απότομη στροφή του Κουβαρά, λίγο ο καυγάς, λίγο το γκάζι.. λίγο η απώλεια προσοχής.. και το δώρο γενεθλίων του κυρίου Κωνσταντή στην κόρη του, έγινε θρύψαλα από τις επαναλαμβανόμενες κρούσεις πάνω στις προστατευτικές μπάρες του δρόμου λίγο πριν κάνει τούμπες το αυτοκίνητο και χαθεί μια για πάντα μαζί με… τη μονάκριβη Ερασμία του.. μια στιγμή ήταν αρκετή… και πάλι… αν και για να τη νιώσει, έπρεπε να περάσει αρκετός καιρός στην εντατική πριν… να ξανανοίξει τα μάτια του..

συνεχίζεται…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: