Αναρτήθηκε από: Ωκεανός.... | Νοέμβριος 28, 2011

Ματώμενα Όνειρα (γ’ μέρος)

Ύστερα από ενάμιση χρόνο και με φανερά ακόμα τα σημάδια της σύγκρουσης επάνω στο κορμί του, είχε έρθει η ώρα επιτέλους να ξανανοίξει τα μάτια του ο Παναγιώτης.

Μα σαν πέρασε λίγη ώρα για να συνέλθει, να σκεφτεί και να συνειδητοποιήσει τί είχε συμβεί, μακάριζε το Θεό που τον άφησε να ζήσει μοναχός του και τότε ξέσπασε αμέσως σε κραυγές και κλάματα που όμοιά τους δεν είχαν ματαδεί στο νοσοκομείο. Σαν τον άκουσε η πεθερά του σάστησε κι αυτή στον ήχο του, μιας και ήταν εκεί την ώρα που ξύπνησε επιτέλους και ξέσπασε κι αυτή σε κλάματα μα… ήταν χαράς! Τον αγαπούσε τον γαμπρό της γιατί και εκείνος λάτρευε την κόρη της. Της είχε προσφέρει απλόχερα όλα όσα ο ίδιος ο άντρας της είχε απαξιώσει τόσα χρόνια….

ΑΓΑΠΗ… ΦΡΟΝΤΙΔΑ… ΕΝΝΟΙΑ… ΛΑΧΤΑΡΑ… ΣΕΒΑΣΜΟ… ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ… ΠΑΘΟΣ… ΕΛΠΙΔΑ…

Έτρεξε λοιπόν γρήγορα να τον αγκαλιάσει σαν να ήταν δικό της παιδί και όχι γαμπρός της. Ποτέ της δεν τον ξεχώρισε από παιδί της,  ίσα και όμοια τους αντιμετώπιζε μια ζωη. Άγια γυναίκα η κυρα Μαριγώ, ποτέ της δεν είχε πεί ένα όχι. Ποτέ!!! Ό,τι ζητούσε ο άντρας της, αμέσως, πριν προλάβει να το πεί, είχε κιόλας γίνει. Μακάρι να γνώριζε ο κυρ Κωνσταντής τί θησαυρό είχε δίπλα του. Είχε γίνει δύστροπος τελευταία και μέρα με τη μέρα όσο έβλεπε πώς έχανε την κόρη του για την αγκαλιά ενός άλλου άντρα δεν μπορούσε να το χωνέψει. Δεν μπορούσε να διακρίνει την ευτυχία στα μάτια της κορούλας του, εν αντιθέσει με τη μητέρα της, που έλαμπε από χαρά κάθε φορά που αντίκρυζε την κόρη της. Αυτές οι δυο γυναίκες είχαν έναν περίεργο κώδικα επικοινωνίας,  μιλούσανε με τα μάτια η μια στην άλλη, αυτό και μόνο έφτανε.

Μα σαν έτρεξε κοντά στο γαμπρό της, μέσα στη χαρά της που σώθηκε το ένα παιδί της, πήρε περιχαρής τον άντρα της να του πεί τα ευχάριστα νέα… Πού να φανταζότανε τι θα γινότανε στις αμέσως επόμενες στιγμές… απλά έτρεξε κοντά του.

-Αγόρι μου, επιτέλους παιδί μου!!!!

Είσαι καλά επιτέλους!!! Δόξα τω Θεώ παιδάκι μου.

Μητέρα…. την έχασα… την έχασα!!!!!!!!!!

Σώπα αγόρι μου, όλοι πονάμε, για όλους μας ήταν πολύ δύσκολος ο καιρός που πέρασε…. Ηρέμησε παιδί μου. Με το να φωνάζεις δε θα την φέρεις πίσω μάτια μου. Άκου τα λόγια μου, μάνα είμαι, μα δεν τελειώνει εδώ η ζωή παιδί μου. Μακάρι τότε να είχα βρεί το θάρρος και να μιλούσα και εγώ στον πατέρα της, μα δεν του ‘χω αντιμηλήσει ποτέ παιδάκι μου. Μακάρι να μην είχατε μαλώσει και να μην είχατε φύγει ποτέ παιδί μου. Μακάρι… Μα η μοίρα το θέλησε αλλιώς παιδί μου. Ζήλευε η ρουφιάνα την αγάπη σας…… Ααααχχχχχ…..!!!

-Την έχασα μάνα, την έχασα.. Μακάρι ο Θεός να ‘χε πάρει εμένα αντί για κείνη…

-Σώπα παιδί μου και μη λές τέτοια λόγια. Είναι βαριά. Σώπα και θα το ξεπεράσεις. Ξέρω πως την κόρη μου την αγάπησες σα Θεό σου, το ξέρω! Και πως δε θα την ξεχάσεις ποτέ όσα χρόνια και αν περάσουνε. Μα ο χρόνος γιέ μου είναι γιατρός…………

-Άχ βρε μάνα να ‘ξερες πόσο μου λείπει… Θεέ μου, κάνε κάτι, φέρτην μου πίσω, είσαι άδικος!!!! Κάνε κάτι αλλιώς θα κατέβω στον Άδη και θα τη φέρω πίσω μόνος μου!!!!!

-Παιδί μου σύνελθε!!!! Παραλογίζεσαι!!!!!  Δε γυρίζει πίσω, ό,τι γράφει δεν ξεγράφει παιδί μου, δυστυχώς…

-Την αγαπάω!!!! Δεν τη θέλω δίχως αυτήν τη ζωή μάνα!!

-Ξέσπασε παιδί μου, ξέσπασε να ηρεμήσεις. Σε καταλαβαίνω. Να ‘ξερες πόσες φορές έκλαψε και παραλογίστηκε το ίδιο με σένα και ο πατέρας της. Τη λάτρευε ο καημένος. Σαν σύζυγος μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος του κόσμου, μα σαν πατέρας ήταν απ’ τους καλύτερους…

Εκείνη μόλις τη στιγμή ο κυρ Κωνσταντής διάβαινε για πρώτη φορά την πόρτα του νοσοκομείου. Τόσο καιρό δεν είχε τολμήσει καν! να πάει να τον δεί. Είχε τόσο μένος, τόσο μίσος απέναντί του που τώρα που ξύπνησε επιτέλους, θα τον έκανε με κάθε τρόπο να πληρώσει για την κόρη του. Η μητέρα της το ήξερε,όπως όλα, μα ήλπιζε, θεωρούσε πως ο άντρας της θα είχε μαλακώσει μιας και τελυταία δεν το συζητούσε το θέμα. Πού να ήξερε η καημένη….

Αλλόφρων όρμησε μέσα στο νοσοκομείο και έψαχνε να τον βρεί, ήθελε να τον αντικρύσει στα μάτια. Φώναζε…

-Πού είναι αυτός; Πού είναι ο φονιάς; Από μένα δε θα γλιτώσει…

-Θα μπορούσα να σας βοηθήσω κύριε;

Ήταν εκείνη που του είχε σώσει τη ζωή,  η γιατρός του. Καθότανε στο παράθυρο του νοσοκομειου λίγο μετά τη λήξη της βάρδιας της. Αγνάντευε τον κόσμο απο ψηλά. Κοίταζε τους περαστικούς που αγκαλιάζονταν όλο αγάπη και συμπόνοια. Έβλεπε τα παιδιά να τρέχουνε πέρα δώθε όλο χαρά, αγνοώντας τη δυστυχία που υπήρχε εκεί μέσα. Έβλεπε τον έρωτα μέσα απο τα μάτια μιας νεαρής μαθήτριας, που μόλις της είχε χαρίσει όλο τον κόσμο ο αγαπημένος της, μέσα σ’ ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο.Έβλεπε τη ζωή, μέσα από τη ζωή. Ήταν η αγαπημένη της ώρα της ημέρας, η ώρα της μοναξιάς της, από αυτήν είχε μπόλικη στη ζωή της. Άν και παντρεμένη ένιωθε πολύ μόνη. Ίσως τελικά δεν έπρεπε να είχε δεχτεί να κάνει ένα γάμο »συμβόλαιο» με τον άντρα της τον Φάνη, προϊόν της εξασφάλισης  της  μητέρας της αλλά και του πατέρα της, καθώς τους βόλευε και τους δυο αυτός ο γάμος, τον καθένα για δικά του κριτήρια. Μα το μόνο κριτήριο θα ‘πρεπε να ‘ταν η ευτυχία της κόρης τους και όχι η εξασφάλιση της δουλειάς της, παντρεύοντάς την με τον διεθυντή του νοσοκομείου και γιο του φίλου του πατέρα της, του κυρίου Νικολάου.

-Τι ακριβώς θα θέλατε κύριε; Και χαμηλώστε σας παρακαλώ τον τόνο της φωνής σας…

-Εσύ ποιά είσαι που θα μου πείς πώς θα μιλάω;

Ονομάζομαι Λωξάντρα Αλεξίου- Νικολάου και είμαι χειρούργος στο νοσοκομείο αυτό που εσείς δε σέβεστε και φωνάζετε. Εν πάσει περιπτώσει, πείτε μου τί ψάχνετε ακριβώς;

– Δε με νοιάζει πώς σας λένε, ψάχνω το φονιά της κόρης μου!!! Μόλις ξύπνησε μου είπαν και έκανε πολύ κακώς….

-Ηρεμήστε σας παρακαλώ, τί λόγια είναι αυτά; Πώς τον λένε τον ασθενή σας;

-Παναγιώτη Ανδρικάκη τον λένε τον άχρηστο!!

Α, μάλιστα… ο κύριος που χειρούργησα και έσωσα τον προηγούμενο μήνα

Εσύ ήσουν αυτή που τον έσωσε; Κακώς έκανες!!!!

Τί λέτε κύριε; Πάτε καλα; Για συνέλθετε σας παρακαλώ, αλλιώς δε θα σας αφήσω να πάτε να τον δείτε. Και εσείς ποιός είστε για να ‘χουμε καλό ρώτημα;

Ο πεθερός του!! Σκότωσε την κόρη μου! Θα τον τελειώσω!!!

Σας παρακαλώ!!! Θα φωνάξω την ασφάλεια του νοσοκομείου!! Δε θα σας επιτρέψω να τον δείτε, η κατάστασή του είναι κρίσιμη ακόμα!!!

Τι λες κυρά μου; Που δε θα τον δώ, θα τον δώ και θα τον κάνω να μετανιώσει που ξύπνησε!!!

Όχι!!! Πάνω απ’ το πτώμα μου μόνο! Περάστε έξω κύριε!!!!!!!!! Νοσοκόμα; Κάλεσε σε παρακαλώ την ασφάλεια να έρθει στον τέταρτο όροφο τώρα αμέσως πες τους!!!!

-Μάλιστα κυρία Νικολάου! Ξύπνησε ο ασθενής σας στο 307, αν θέλετε να του ρίξετε μια ματιά πρίν φύγετε

-Ευχαριστώ…

Μπα σε καλό σου και σένα σήμερα, θα ξεσπάσω πάνω σου! Αλλά προέχει αλλός!! στο 307!!!

Εκείνη την ώρα που έμπαιναν όλοι μαζι στο δωμάτιο, κανένας τους δεν ήταν έτοιμος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε… Τελικά η μοίρα των ανθρώπων, παίζει περίεργα παιχνίδια και είναι ικανή να ανατρέψει τα πάντα. Μα δεν ήξερε κανείς τους τι τους επιφύλασσε….

συνεχίζεται….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: